Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προϊστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προϊστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Η Κάρλα έστειλε καράβια στην Τροία

Δεκατρία χρόνια έσκαβαν οι αρχαιολόγοι τριών Εφορειών Αρχαιοτήτων στην αποξηραμένη λίμνη Κάρλα, στη Θεσσαλία, πριν αρχίσει να κατακλύζεται πάλι (το 2009) από νερό, αποκαλύπτοντας μια σειρά από παραλίμνιους οικισμούς από την 7η χιλιετία π.Χ. μέχρι τα ελληνιστικά και βυζαντινά χρόνια.
Κάρλα στην αρχαιότητα, γνωστή ως Βοιβηίς, εκτεινόταν στην πεδιάδα της ανατολικής Θεσσαλίας
Κάρλα στην αρχαιότητα, γνωστή ως Βοιβηίς, εκτεινόταν στην πεδιάδα της ανατολικής Θεσσαλίας
Οι ανασκαφές, που άρχισαν το 2000, ολοκληρώθηκαν προ ημερών. Για την τύχη των ευρημάτων (πέραν των ήδη διατηρημένων και αναδεδειγμένων κάτω από κάποια στέγαστρα) θα αποφασίσει το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Μέχρι τότε -και καθώς δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη έκθεση όλων των ανασκαφών- ρωτήσαμε την επίτιμη έφορο Αρχαιοτήτων Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη, που ως προϊσταμένη της ΙΓ' ΕΠΚΑ έχει ασχοληθεί χρόνια με την ανασκαφή των παραλίμνιων νεολιθικών οικισμών, να μας δώσει την εικόνα που είχε η λίμνη στην αρχαιότητα. Κατ' αρχάς η λίμνη Κάρλα στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Βοιβηίς και εκτεινόταν στην ευρύτερη πεδιάδα της ανατολικής Θεσσαλίας, μεταξύ Μαγνησίας και Λάρισας. Ηταν πολύ πλούσια και γύρω της ζούσαν αγρότες και ψαράδες, σύμφωνα με την κ. Αδρύμη. Δημιουργήθηκε πριν από 500.000 χρόνια μετά την αποστράγγιση του θεσσαλικού χώρου που ήταν ολόκληρος μια λίμνη. Η ακτογραμμή της δεν ήταν σταθερή. Αλλαζε το περίγραμμά της ανάλογα με τον όγκο των βροχοπτώσεων.

Οι περισσότεροι οικισμοί βρέθηκαν κατά μήκος των αρχαίων συλλεκτήρων (δηλαδή των αγωγών μήκους 2-5 χλμ.) που μάζευαν τα νερά από τους λόφους και τα διοχέτευαν στη λίμνη. Οι νέοι συλλεκτήρες «κόβουν» παρακάρλιους αρχαίους οικισμούς. «Κάποιους από αυτούς αποφασίσαμε να τους διατηρήσουμε, με σκοπό να διαμορφώσουμε έναν αρχαιολογικό χώρο και ένα μουσειάκι για την ιστορία αυτής της λίμνης που είναι μεγάλη, γιατί η αρχαία Βοιβηίς υμνήθηκε διαχρονικά από αρχαίους συγγραφείς, τον Ομηρο, τον Ησίοδο, τον Πίνδαρο, τον Ηρόδοτο, ενώ αναφέρεται ότι έστειλε καράβια στην Τροία» λέει η έμπειρη αρχαιολόγος. Τώρα πώς μια λίμνη διέθετε στόλο, τον οποίο έστειλε στη μακρινή Τροία, μένει να ερευνηθεί.

Το σίγουρο είναι ότι υπήρχε ζωή πέριξ της λίμνης τουλάχιστον από την Αρχαιότερη και Μέση Νεολιθική, όπως δείχνει ένας οικισμός που βρέθηκε στη θέση «Θερμοκήπια» πολύ καλά διατηρημένος, σύγχρονος του Σέσκλου. Ο οικισμός αυτός (7ης και 6ης χιλιετίας π.Χ.) καταλαμβάνει μια μεγάλη έκταση στα βορειοανατολικά της λίμνης.
Η Κάρλα υπήρξε ένας υπέροχος υδροβιότοπος, όπως τείνει τώρα να ξαναγίνει, με εξαίρεση τη φετινή χρονιά που λόγω ανομβρίας και τεχνικών προβλημάτων έχει λίγο νερό στον ταμιευτήρα της. Αποξηράνθηκε το 1962 με σκοπό την αύξηση της καλλιεργήσιμης γης, αλλά αυτή η παρέμβαση στη φύση προκάλεσε μεγάλη αλλοίωση στο περιβάλλον και ανέτρεψε την υδρολογική ισορροπία όλου του Θεσσαλικού κάμπου. Ετσι, για την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος αποφασίστηκε η δημιουργία ενός νέου ταμιευτήρα που θα αποτελεί το 1/3 της έκτασης της λίμνης στο ΝΑ τμήμα της πεδιάδας.
Πώς να ήταν άραγε η λίμνη στην αρχαιότητα;
Στην ανασκαφή βρέθηκαν πολυάριθμα αγγεία ιδιαίτερης αισθητικής και τεχνοτροπίας
Στην ανασκαφή βρέθηκαν πολυάριθμα αγγεία ιδιαίτερης αισθητικής και τεχνοτροπίας
Μια εικόνα της μας δίνει ο Ευριπίδης στην «Αλκηστη». Αναφέρεται στον Αδμητο που κατοικούσε με τα πολυάριθμα κοπάδια του κοντά στη λίμνη, την «καλλίναον», λέει η κ. Αδρύμη. «Και όπως δείχνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, αποτελούσε διαχρονικά έναν τόπο μοναδικό, ιδιαίτερα φιλικό προς τον άνθρωπο, εξηγώντας έτσι, ήδη από το τέλος της Παλαιολιθικής Εποχής, την ανθρώπινη παρουσία αρχικά στα σπήλαια και αργότερα με την ίδρυση πολλών και σημαντικών οικισμών, αφού οι κάτοικοι εύκολα μπορούσαν να επιβιώσουν ασχολούμενοι με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία».

Το έργο αναδιαμόρφωσης της ίδιας της λίμνης δεν έθιξε αρχαιολογικούς χώρους, γιατί ο ταμιευτήρας της έγινε σε χώρο όπου ήταν και παλαιότερα λίμνη. Ανασκαφές χρειάστηκαν να γίνουν στα σημεία κατασκευής επτά συλλεκτήρων-τάφρων, μήκους 7-10 χλμ., για την τροφοδότηση της λίμνης με νερό.
«Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της κατασκευής αυτών των Συλλεκτήρων και κυρίως των Συλλεκτήρων 4 και 6, ήρθαν στο φως αρχαίοι οικισμοί που επιβεβαίωσαν τη διαχρονική κατοίκηση από τη Νεολιθική μέχρι την Υστερη Ελληνιστική Περίοδο και αργότερα τη Βυζαντινή και τη Νεότερη, πιστοποιώντας έτσι και τη μορφή της ακτογραμμής της λίμνης. Η λίμνη κατά τη Νεολιθική Εποχή καταλάμβανε πολύ μεγαλύτερη έκταση, σε σχέση με αυτή που ήταν γνωστή μέχρι το 19ο αι.».
Η στάθμη της λίμνης ήταν έως 20 μέτρα ψηλότερα, έδειξαν γεωλογικές έρευνες (Vl. Miloj και Α. Demitrac) και ως εκ τούτου ήταν πιο εκτεταμένη βόρεια και δυτικά και έφθανε ανατολικά στους πρόποδες του Μαυροβουνίου. Σε εκείνο το σημείο βρέθηκαν άγνωστοι προϊστορικοί οικισμοί.
Μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές θέσεις είναι ένας παραλίμνιος οικισμός (στην ανατολική όχθη της Βοιβηίδος) που αποκαλύφθηκε σε έκταση 3,5 στρεμμάτων από τη ΙΕ' ΕΠΚΑ κατά τη διαμόρφωση του Συλλεκτήρα Σ3, στη θέση «Παλαιόσκαλα». Πρόκειται για έναν προϊστορικό οικισμό 5ης και 4ης χιλιετίας π.Χ. της Τελικής Νεολιθικής περιόδου στους πρόποδες του Μαυροβουνίου (4,5 χλμ. από το χωριό Καλαμάκι, Δήμος Κιλελέρ). Ο οικισμός είναι κυκλικός, περιβάλλεται από λιθόκτιστους περιβόλους για την προστασία του και έχει εσωστρεφή, ενδοκοινοτική οργάνωση. Η έρευνα εντός κάποιων κτηρίων έφερε στο φως αποθηκευτικούς χώρους, εστίες για μαγείρεμα, κεραμικά σκεύη, πήλινους πελέκεις και έναν χάλκινο, μυλόπετρες, σφοντύλια, εργαλεία κ.ά. Βρέθηκαν ειδώλια, κάποια με πήλινο σώμα και μαρμάρινο κεφάλι («ακρόλιθα»). Το υπουργείο Πολιτισμού αποφάσισε τη διατήρησή του και τη μετατόπιση του Συλλεκτήρα. Επίσης ενέταξε την ανάδειξή του στα χρηματοδοτούμενα προγράμματα από το ΕΣΠΑ.
Σκάβοντας για το Συλλεκτήρα Σ6 βρέθηκαν στη θέση «Αεράνη» δύο κυκλικοί κεραμικοί κλίβανοι για ψήσιμο αγγείων και παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους, λακκοειδείς και κεραμοσκεπείς τάφους και στη θέση «Κακόρεμα», κοντά στο βυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου στα Κανάλια, βυζαντινό νεκροταφείο του 11ου αιώνα με 67 ακέραιους κιβωτιόσχημους τάφους.
Οι περισσότεροι τάφοι ήταν γυναικείοι (λιγότεροι παιδικοί και ανδρικοί) κτερισμένοι με πλήθος δακτυλιδιών. Εξάλλου, στο Καλαμάκι, θέση «Γκούβα», ανασκάφηκαν από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κτηριακά λείψανα μεσοβυζαντινής περιόδου με εργαστήρια επεξεργασίας σιδήρου, καθώς και νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους τάφους, της ίδιας εποχής. Ηταν τμήμα παραλίμνιου οικισμού του 11ου-12ου αιώνα, που απλώνεται στην πλαγιά του Μαυροβουνίου. Τέλος, στην περιοχή Αμυγδαλής ερευνήθηκε τμήμα ρωμαϊκής εγκατάστασης, μεγάλη αγροικία ελληνιστικών χρόνων, καθώς και τμήμα κτηρίου της εποχής του Χαλκού.
Η μέριμνα τώρα των αρχαιολόγων είναι να δημιουργηθεί μια ενιαία παραλίμνια όδευση (περίπατος) σε όλους τους σωζόμενους αρχαιολογικούς χώρους, έτσι ώστε να προβάλλεται η ιστορία της λίμνης από την 7η χιλιετία μέχρι σήμερα.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Προϊστορική βάρκα στον βυθό: Το πρώτο στα Βαλκάνια πλοιάριο μονόξυλου τύπου βρέθηκε κοντά στις όχθες της λίμνης

Το πρώτο ξύλινο προϊστορικό πλοιάριο στα Βαλκάνια ανακαλύφθηκε στις όχθες της Μεγάλης Πρέσπας, επιβεβαιώνοντας ακόμη μία φορά ότι η περιοχή των λιμνών των Πρεσπών κρύβει πολλά και ενδιαφέροντα ευρήματα που, όταν έλθουν στο φως, θα εμπλουτίσουν τον αρχαιολογικό χάρτη της περιοχής με επιπλέον προϊστορικά μνημεία. Το πλοιάριο (βάρκα) του μονόξυλου τύπου βρέθηκε από τον επίκουρο καθηγητή προϊστορικής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Κορυτσάς Πετρίκα Λέρα στη θέση Γκόριτσε ε Βόγκελ, βόρεια της Κορυτσάς, στις ΒΔ όχθες της Πρέσπας και δημοσιεύεται το περιοδικό ΕΝΑΛΙΑ του Ινστιτούτου Εναέριων Αρχαιολογικών Ερευνών. Εντοπίστηκε καταβυθισμένο όχι πολύ μακριά από την όχθη της λίμνης, στον χώρο όπου 40 χρόνια νωρίτερα είχε διαπιστωθεί η παρουσία λιμναίου οικισμού της Μέσης Εποχής του Χαλκού (αρχές 2ης χιλιετίας π.Χ.). Παρόλο που το πλοιάριο δεν σώζεται σε όλο το μήκος του (μήκος: 3,5μ., πλάτος: 55εκ. και ύψος: 15εκ.), τα μορφολογικά και τεχνοτροπικά στοιχεία του είναι αρκετά σαφή και οι ειδικοί μπορούν να το συμπληρώσουν με ευκολία.

Το προϊστορικό πλοιάριο μετά την αποκάλυψή του στις ΒΔ όχθες της Πρέσπας
Το προϊστορικό πλοιάριο μετά την αποκάλυψή του στις ΒΔ όχθες της Πρέσπας
 
Το πλοιάριο αυτό αποκτά ιδιαίτερη αρχαιολογική αξία, καθώς είναι το πρώτο που αποκαλύπτεται αυτού του τύπου σε ολόκληρο τον βαλκανικό χώρο. Η ανακάλυψή του παρέχει μία σαφή εικόνα για τον τρόπο κατασκευής, το μέγεθος και τη χωρητικότητα ενός πλωτού μέσου, το οποίο χρησιμοποιείται από τις τοπικές πληθυσμιακές ομάδες για να ικανοποιήσει τις καθημερινές ανάγκες μεταφοράς και αλιείας. Η αρκετά καλή κατάσταση στην οποία σώζεται, χάρη στις περιβαλλοντικές συνθήκες της λίμνης, επιτρέπει σε μεγάλο βαθμό την αποκατάσταση των περισσότερων τεχνικών λεπτομερειών και το καθιστά πρωτοπόρο στην έρευνα για τον τρόπο ζωής των πληθυσμών που αναπτύχθηκαν κατά την Προϊστορική Περίοδο σε λιμναία περιβάλλοντα.
Σχετικά με την ηλικία αυτού του πλοιαρίου, η Μέση Εποχή του Χαλκού (πρώτοι αιώνες 2ης χιλιετίας π.Χ.) είναι η περίοδος στην οποία μπορεί να ενταχθεί χρονολογικά, αφού το υλικό που προέρχεται από τον λιμναίο οικισμό δεν είναι ούτε πρωιμότερο, ούτε υστερότερο της Μέσης Εποχής του Χαλκού. Με τη διαδικασία της συντήρησης, αποκατάστασης αλλά και της δενδροχρονολόγησης θα προσδιοριστεί με ακρίβεια η χρονολογική και αρχαιολογική του αξία.
Στο ίδιο σημείο, στο οποίο αποκαλύφθηκε το πλοιάριο αυτό, αξίζει να σημειωθεί, με αρκετή βέβαια επιφυλακτικότητα, ότι εντοπίστηκαν και ίχνη δεύτερου, γεγονός που, αν επιβεβαιωθεί, θα προσθέσει νέες πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του τοπικού πολιτισμού, που είχε ως επίκεντρο τη λίμνη της Μεγάλης Πρέσπας αλλά και όλης της περιοχής των βαλκανικών λιμνών, που απλώνεται από τη συνοριακή γραμμή ανάμεσα στην Ελλάδα, την Αλβανία και την ΠΓΔΜ. Ο αριθμός των προϊστορικών θέσεων που έχουν αποκαλυφθεί στη ζώνη της Μεγάλης Πρέσπας τα τελευταία είκοσι χρόνια ξεπερνά τις 74, γεγονός που καθιστά την περιοχή ως μία από τις πλουσιότερες περιοχές της ΝΑ Ευρώπης

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Οικισμός 14.000 ετών στη Λήμνο

Ο ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΜΕ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ
Εκπληκτα τα μέλη της ομάδας αρχαιολόγων με επικεφαλής τον καθηγητή της Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Νίκο Ευστρατίου ανακαλύπτουν στη Λήμνο τα απομεινάρια του παλαιότερου έως τώρα ανθρώπινου οικισμού στο Αιγαίο. Τα πρώτα ευρήματα Ελλήνων αρχαιολόγων και συνεργαζόμενων ερευνητών από Πανεπιστήμια της Αμερικής και της Ιταλίας μιλούν για σημαντικά ευρήματα του 12000 π.Χ., δηλαδή πριν 14.000 χρόνια.
Ευρήματα που τοποθετούν στη Λήμνο την παλαιότερη ανθρώπινη εγκατάσταση στο Αιγαίο. Μια θέση που, όπως λένε οι επιστημονικές πληροφορίες, αντίστοιχή της λείπει ακόμη και από το σύνολο των ηπειρωτικών Βαλκανίων.
Αρχαιολογικά ευρήματα, κυρίως λίθινα εργαλεία και μάλιστα πολύ καλής ποιότητας, φέρνουν στο φως αρχαιολόγοι που σκάβουν στη θέση Ούριακος της παραλίας Λουρί του δημοτικού διαμερίσματος Φισίνη του Δήμου Μούδρου στη Λήμνο. Η πολύ ενδιαφέρουσα αρχαιολογικά θέση εντοπίστηκε πριν από περίπου δύο χρόνια κατά τη διάρκεια διαμόρφωσης του χώρου για τη δημιουργία υπαίθριου χώρου στάθμευσης των επισκεπτών της όμορφης παραλίας.
Στις αρχές του Ιουνίου ξεκίνησε η αρχαιολογική ανασκαφή που έφερε στο φως ευρήματα της επιπαλαιολιθικής εποχής, δηλαδή πριν 14.000 χρόνια περίπου. Τα πρώτα στοιχεία της ανασκαφής κάνουν λόγο για μια εγκατάσταση κυνηγών, τροφοσυλλεκτών και ψαράδων του 12000 π.Χ., τα οποία σύμφωνα με τους αρχαιολόγους ανατρέπουν τα μέχρι τώρα στοιχεία για την ανθρώπινη παρουσία στον χώρο του Αιγαίου. Εως τώρα πίστευαν ότι οι παλαιότερες ανθρώπινες παρουσίες έχουν εντοπιστεί στο Αρχιπέλαγος στη λεγόμενη Σπηλιά του Κύκλωπα στα Γιούρα, βόρεια της Αλοννήσου και στο Μαρουλά της Κύθνου, προσδιοριζόταν δε στο 8000 π.Χ.
«Η Λήμνος», λέει Νίκος Ευστρατίου, ο επικεφαλής των ανασκαφικών εργασιών, καθηγητής προϊστορικής αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, «είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περιοχή για τα προϊστορικά αρχαιολογικά της ευρήματα. Μέχρι τώρα η πιο γνωστή αρχαιολογική περιοχή ήταν η Πολιόχνη και μετά το Κουκκονήσι. Τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε μια άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση της ανθρώπινης παρουσίας στο νησί, που μας πάει τουλάχιστον 12 χιλιάδες χρόνια π.Χ. και αφορά την εγκατάσταση ανθρώπινης παρουσίας. Είμαστε πάντως στην αρχή της ανασκαφής πλην όμως διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια πλούσια και ενδιαφέρουσα επιστημονικά θέση».
Τα πρώτα ευρήματα καθώς και τα συμπεράσματα των νέων σημαντικών αρχαιολογικών ανασκαφικών εργασιών, που γίνονται με τη συνδρομή του Δήμου Μούδρου και με τη χρηματοδότηση του Ινστιτούτου Αιγαιακής Προϊστορίας αναμένεται να ανακοινωθούν σύντομα σε διεθνές αρχαιολογικό συνέδριο. Να σημειώσουμε εδώ πως η Λήμνος θεωρείται μια από τις περιοχές με σημαντικά προϊστορικά αρχαιολογικά ευρήματα, όπως ο οικισμός της Πολιόχνης που κατοικήθηκε από τα μέσα της 5ης έως τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. και του οικισμού στο Κουκονήσι της ίδιας περίπου χρονολογικής περιόδου από την πρώιμη έως την ύστερη εποχή του Χαλκού. *


Πηγή: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ