Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Η «Αρπαγή Κόρης» σε σαρκοφάγο στους αρχαίους Γόμφους


(Πηγή φωτογραφιών: Λεωνίδας Π. Χατζηαγγελάκης, επίτιμος διευθυντής Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού)
Στοιχεία για την «Αρπαγή Κόρης» που διακρίνεται σε σαρκοφάγο από τους Γόμφους παρουσίασε ο αρχαιολόγος, επίτιμος διευθυντής Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού Λεωνίδας Π. Χατζηαγγελάκης, στο πρόσφατο 5ο Αρχαιολογικό έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, που πραγματοποιήθηκε στον Βόλο.
Στους αρχαίους Γόμφους, βορειοανατολικά του Μουζακίου στη θέση «Επισκοπή», από το 1980 και μετέπειτα διεξάγονται κατά διαστήματα επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες εξαιτίας γεωργικών δραστηριοτήτων.
Όπως εξηγεί ο κ. Χατζηαγγελάκης, στα μέσα της δεκαετία του 1990, σε αγρό αποκαλύφθηκαν τμήματα δύο μεγάλων οικοδομικών συνόλων που ανήκουν σε:
α) τμήμα της αγοράς της αρχαίας πόλης και
β) σε μεγάλο οικοδόμημα με βαθμιδωτή κρηπίδα, αποτελούμενο από δύο χώρους και κατασκευασμένο με ασβεστολιθικές επεξεργασμένες πλίνθους στη βόρεια, ενώ στη νότια πλευρά με πωρόλιθους, καθώς επίσης και ικανοποιητικός αριθμός ευρημάτων της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής.
Στο νότιο δωμάτιο αποκαλύφθηκαν κιβωτιόσχημοι τάφοι που χρονολογούνται στους ρωμαϊκούς χρόνους. Στον ίδιο χώρο βρέθηκε μαρμάρινη σαρκοφάγος «νεοαττικού» τύπου. Δεν έφερε κάλυμμα και δεν βρέθηκε κανένα κτέρισμα. Η σαρκοφάγος, που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καρδίτσας, στην εμπρόσθια πλευρά φέρει παράσταση με θέμα την «Αρπαγή Κόρης» και στην άλλη πλευρά υπάρχει αετός, από τα φτερά του οποίου αρχίζουν φυτικοί πλοχμοί που στις γωνιές απολήγουν σε κεφαλές βοών και ανάμεσα δυο λεοντοκεφαλές.
Στην κύρια όψη, από δεξιά προς τα αριστερά μέσα σε πλαίσιο -εξήγησε στη συνέχεια ο κ. Χατζηαγγελάκης- εικονίζονται πρώτα μία ανδρική μορφή, που σύμφωνα με τον μύθο είναι ο θεός Ερμής. Αριστερά του βρίσκονται οι ίπποι του τέθριππου άρματος και στο άρμα μία άλλη ανδρική μορφή, ο θεός Πλούτωνας, που έχει αρπάξει νεαρή κοπέλα -την Περσεφόνη- της θεάς Δήμητρας την κόρη.
Η Κόρη με σηκωμένο το αριστερό της χέρι, φαίνεται αιφνιδιασμένα να αντιστέκεται. Πίσω της εικονίζονται δύο γυναικείες μορφές, μάλλον οι Ωκεανίδες Νύμφες, με σηκωμένα τα χέρια. Στις γωνίες το πλαίσιο κλείνουν δύο κεφαλές βοών. Αυτή η πλευρά της σαρκοφάγου παρουσιάζει τη μεγαλύτερη φθορά. Έχει σπασίματα, μια μεγάλη ρωγμή και τα πρόσωπα των μορφών είναι πολύ αλλοιωμένα, φθαρμένα.
Σύμφωνα με τον κ. Χατζηαγγελάκη, στη σαρκοφάγο (με μήκος 1,55, πλάτος 0,73/0,64 και ύψος 0,74/0,64) φαίνεται πως είχε ταφεί έφηβη ή νεαρή κοπέλα. Είναι η πρώτη σαρκοφάγος αυτού του τύπου που αποκαλύπτεται στη δυτική Θεσσαλία, αν και στα νεκροταφεία της αρχαίας πόλης έχουν αποκαλυφθεί αρκετές πήλινες σαρκοφάγοι.
Είναι γνωστό πως στην αρχαιότητα υπήρχαν τρία μεγάλα κέντρα παραγωγής σαρκοφάγων: στη Ρώμη, στο Δοκίμειον της Φρυγίας και στην Αθήνα. Τα εργαστήρια αυτά κατασκεύαζαν μεγάλο αριθμό σαρκοφάγων, που δεν προορίζονταν μόνο για τοπική χρήση, αλλά πάρα πολλά εξάγονταν σε άλλες περιοχές. Ήταν κυρίως πολυτελή μαρμάρινα προϊόντα, τόσο με απλή όσο και με πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση.
Όμως, εκτός από τα μεγάλα αυτά κέντρα, υπήρχαν τοπικά εργαστήρια που εξυπηρετούσαν κυρίως εγχώριες ανάγκες. Οι πολυτελείς σαρκοφάγοι των αττικών εργαστηρίων, με τις ανάγλυφες, συχνά μυθολογικές, παραστάσεις πωλούνταν σε όλη τη Μεσόγειο κατά τον 2ο και 3ο αιώνα. Τα προϊόντα αυτά απευθύνονταν σε εύρωστους οικονομικά πελάτες που προερχόταν, ως επί το πλείστον, από την τοπική ελίτ ή από τον κύκλο των ανώτερων αξιωματούχων της ρωμαϊκής διοίκησης.
Η σαρκοφάγος από τους Γόμφους, σημειώνει ο κ. Χατζηαγγελάκης, έχει μεγάλη συνάφεια με αττικό εργαστήριο, καθώς οι αττικές σαρκοφάγοι, που η παραγωγή τους άρχισε γύρω στο 130 μ.Χ. και η παραγωγή τους φαίνεται να σταματά λίγο μετά το 250 μ.Χ., είχαν μεγάλη ζήτηση, όχι μόνον στον ελλαδικό χώρο.
Ο μύθος της Περσεφόνης, προσθέτει ο αρχαιολόγος, αποτελεί ένα άλλο δείγμα εικονογράφησης στις σαρκοφάγους. Το θέμα απαντά στη Ρώμη περίπου από το 140 μ.Χ. Εκτός από τους Γόμφους αναφέρεται ένα αντίγραφο αττικής σαρκοφάγου με το ίδιο θέμα από την Κεφαλλονιά.
Οι σαρκοφάγοι που διακοσμούνται με γιρλάντες αποτελούν μια συνηθισμένη διακόσμηση τέτοιων ταφικών μνημείων, όπως και στην περίπτωση των Γόμφων στη πίσω όψη της. Ανάλογο, το πλέον κοντινό δείγμα, όχι μόνον ως προς την απόσταση, αλλά ως προς το θέμα αποτελεί η μαρμάρινη σαρκοφάγος από τη Νικόπολη με ανάγλυφη διακόσμηση αετών, παγκάρπιων, λεοντοκεφαλών και βουκράνιων, όπως και στους Γόμφους. Το εν λόγω αντικείμενο της Νικόπολης φέρει αετωματικό κάλυμμα με φολιδωτή διακόσμηση, βρέθηκε στο νότιο νεκροταφείο της Νικόπολης, χρονολογείται στον 2ο-3ο αι. μ.Χ. και είναι έργο τοπικού εργαστηρίου.
Παρατηρείται το γεγονός πως κάποιοι ιδιοκτήτες, από τα τέλη του 2ου και κατά τον 3ο αιώνα, επιχειρούν να προστατεύσουν το μνημείο που τους ανήκει από πράξεις τυμβωρυχίας. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις οι σαρκοφάγοι ήταν τοποθετημένες μέσα σε ταφικά μνημεία (ηρώα).
Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά ανασκαφικά δεδομένα στον αγρό στους Γόμφους, με την αποκάλυψη τάφων στο ίδιο δωμάτιο όπου η σαρκοφάγος με την «Αρπαγή Κόρης», με την ανεύρεση ανθεμωτών επιστέψεων επιτύμβιων στηλών έξω και πάνω στην κρηπίδα του βόρειου τοίχου του κτηρίου υποστηρίζεται θετικά η άποψη πως η σαρκοφάγος των Γόμφων αποτελούσε ατομικό τάφο, τοποθετημένη μέσα σε ταφικό μνημείο.
Παλαιότερα ευρήματα αναθηματικών, επιτύμβιων στηλών και άλλων αντικειμένων της γλυπτικής τέχνης, ήδη από τον 4ο αι. π.Χ., αποδεικνύουν την ύπαρξη εργαστηρίου παραγωγής γλυπτών στους αρχαίους Γόμφους. Η επιτύμβια στήλη με τον Εχένικο, που βρέθηκε στους Καλόγηρους Τρικάλων και χρονολογείται τον 4ο αι. π.Χ., αποτελεί ένα δείγμα που πολλά μπορεί να προσφέρει στη συζήτηση σχετικά με την ύπαρξη εργαστηρίου στην περιοχή της Θεσσαλίας και μάλιστα της δυτικής, όπως την είχε διατυπώσει ο Κωνσταντίνος Ρωμαίος: «Η στήλη του Εχένικου είναι προϊόν θεσσαλικού εργαστηρίου... Παρέχει τη βάσιμη ελπίδα ότι πολλά έργα αυτού του εργαστηρίου θα βρεθούν στη Θεσσαλία».
Ένα άλλο δείγμα, της ίδιας εποχής 4ος-αρχές 3ου αι. π.Χ., σύμφωνα με τον αρχαιολόγο, είναι το ανάγλυφο που εντόπισε ο Γερμανός Ότο Κερν το 1899 σε υπόγειο οικείας στο Μουζάκι και προέρχεται από τη θέση Επισκοπή του Μουζακίου, όπου η αρχαία πόλη των Γόμφων. Το ανάγλυφο, με σχήμα ναΐσκου με παραστάδες φέρει τη «σκηνή των Νίπτρων», παράσταση γνωστή από την Οδύσσεια του Ομήρου, τη νίψη δηλαδή των ποδιών του Οδυσσέα και την αναγνώρισή του από τη γριά τροφό του, την Ευρύκλεια.
Το αναθηματικό αυτό ανάγλυφο των Γόμφων είναι το μοναδικό μέχρι σήμερα γνωστό που φέρει μία τέτοια παράσταση και πρέπει να είναι έργο ενός τοπικού εργαστηρίου, όπως υποστήριξε η εισηγήτρια Ειρήνη Χιώτη στο συνέδριο των Τρικαλινών Σπουδών τον περασμένο Νοέμβριο στα Τρίκαλα.
Η επιδιόρθωση της κάτω αριστερής γωνίας της σαρκοφάγου από τους Γόμφους, με την τοποθέτηση τμήματος που είχε καταστραφεί ή αποκολληθεί, φανερώνει την ύπαρξη τεχνιτών που ασχολούνταν με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Η σύνδεση του τμήματος με τον κύριο κορμό της σαρκοφάγου έγινε με προσοχή, με τέχνη, με τη συγκόλλησή του με μολύβδινο σύνδεσμο και σιδερένια καρφιά.
Η ανεύρεση εξάλλου στον ίδιο αγρό της ημίεργης προτομής, που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καρδίτσας, σπονδύλων κιόνων και η ανεύρεση των ανθεμωτών επιστέψεων επιτύμβιων στηλών έξω και πάνω στην κρηπίδα του βόρειου τοίχου του κτηρίου, καταλήγει ο κ. Χατζηαγγελάκης, ενισχύουν την άποψη πως στους αρχαίους Γόμφους συνεχίζεται η παράδοση που έρχεται ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. και συνεχίστηκε στον 2ο αι. π.Χ. με τους Γομφείς καλλιτέχνες Κλεογεννάδη και Ευτυχίδη, ότι δηλαδή στην πόλη αυτή της Εστιαιώτιδας αναπτύχθηκε η λιθοξοϊκή τέχνη και διατηρήθηκε ώς και τον 2ο και 3ο αι. μ.Χ., όπου χρονολογούνται η σαρκοφάγος και η ημίεργη προτομή. Οι γλύπτες της, έστω και με επαρχιακή τεχνοτροπία, παρήγαν προϊόντα της τέχνης τους.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Αρχαιολογικός θησαυρός στην αφάνεια


Παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο του Βόλου ~ Αναγκαία η ανάδειξη σημαντικού μυκηναϊκού κτιρίου που βρίσκεται κάτω από το Βυζαντινό τείχος των Παλαιών
Αναξιοποίητο παραμένει ένα πολύ σημαντικό μνημείο μυκηναϊκής εποχής, το οποίο βρίσκεται κάτω από το Κάστρο των Παλαιών και θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει πόλο έλξης για χιλιάδες επισκέπτες. Το συγκεκριμένο εύρημα, που χαρακτηρίζεται ως «ανάκτορο» από τον αείμνηστο Θεοχάρη, παρουσιάστηκε στο διεθνές αρχαιολογικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Βόλο, με την επισήμανση ότι, δυστυχώς, παραμένει σε εκκρεμότητα η υλοποίηση της εγκεκριμένης, από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, μελέτης για την ανάδειξή του. Το σημαντικό αυτό εύρημα βρίσκεται σε απόλυτη συνάφεια με το τείχος των Παλαιών και κατά συνέπεια είναι αναγκαία η ανάδειξή του, η οποία δεν υπερβαίνει, από άποψη κόστους, το ποσό των 200.000 ευρώ.

Ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το εντυπωσιακό διώροφο συγκρότημα κτιρίων Μυκηναϊκής εποχής που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το Βυζαντινό τείχος των Παλαιών, απέναντι από τον πολυχώρο Τσαλαπάτα και το γήπεδο του Μαγνησιακού και σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα, παραπέμπει σε διοικητικό κέντρο, που εκτιμάται ότι κατασκευάστηκε το 1.400 π.Χ.
Το μυκηναϊκό κτιριακό συγκρότημα αποτελεί τμήμα του ακμαίου μυκηναϊκού διοικητικού κέντρου στην θέση «Κάστρο-Παλαιά», του μόνου μέχρι στιγμής στη Θεσσαλία και ενός από τα ελάχιστα στον ελλαδικό χώρο. Ο λόφος των Παλαιών είναι, σημειωτέον, η μόνη αρχαιολογική θέση στον κόλπο του Βόλου που ήταν αδιάλειπτα κατοικημένη από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Το μνημείο αποτελείται τουλάχιστον από επτά δωμάτια, τα οποία σκιαγραφούν την επιβλητική φυσιογνωμία του συγκεκριμένου κτιρίου, που εκτείνεται σε αρκετά μεγάλη απόσταση και προς την κατεύθυνση του γηπέδου του Μαγνησιακού. Προς τη βόρεια πλευρά έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη τριών οικοδομικών φάσεων της Υστερης Εποχής του Χαλκού, ενώ τα δάπεδα των περισσοτέρων δωματίων αποτελούνται από πήλινο υπόστρωμα που περιέχει αναμεμειγμένα διάφορα αδρανή υλικά και ασβεστοκονίαμα, ενώ υπάρχουν και δάπεδα από πηλό, από βότσαλα και σχιστολιθικές πλάκες.
Σε ορισμένους χώρους του διώροφου κτιριακού συγκροτήματος σώζονται «ξυλόπηκτοι» τοίχοι, στοιχείο πολύ σημαντικό για την ανασύνθεση της τεχνογνωσίας των Μυκηναίων της Ιωλκίτιδος ακτής, σχετικά με τα δομικά υλικά κατασκευής και τις οικοδομικές τεχνικές και μεθόδους.
Τη σημασία των τοιχοδομιών αυτών, που έφεραν τοιχογραφίες με μπλε και κόκκινο χρώμα, είχε υπογραμμίσει ο αείμνηστος Δημήτρης Θεοχάρης και ήταν ένας από τους λόγους που χαρακτήρισε το σημαντικό αυτό διώροφο κτίριο ως «Ανάκτορον». Αξίζει να σημειωθεί ότι το διώροφο κτίριο είχε αντισεισμική θωράκιση, η οποία επέτρεπε ουσιαστικά την ανέγερση και δεύτερου ορόφου.

Μελέτη ανάδειξης
Η αρχαιολογική μελέτη για την ανάδειξή του, η οποία εγκρίθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, εκπονήθηκε από τους αρχαιολόγους Ε. Σκαφιδά, Α. Καρναβά, Δ. Αγνουσιώτη και Ι. Γεωργίου, η Μελέτη συντήρησης και αποκατάστασης από τους συντηρητές της ΙΓ’ Εφορείας Αρχαιοτήτων Βόλου Χ. Τόπα, Μ. Διονυσίου, Ε. Τζουμουσλή και Μ. Μαργαριτώφ και η Μελέτη ανάδειξης από την αρχιτέκτονα της ΙΓ’ Ε.Π.Κ.Α. Ρ. Γεωργίου και από τον Πολιτικό Μηχανικό Μ. Χατζηγιάννη, ειδικού σε στερεώσεις αρχαίων μνημείων.
Η μελέτη συντάχθηκε για να συμπληρώσει το έργο της ανάδειξης του Βυζαντινού τείχους, καθώς η οχύρωση που χρονολογείται από την παλαιοχριστιανική μέχρι και την μετά-βυζαντινή περίοδο βρίσκεται σε άμεση συνάφεια (υπέρκειται) του μυκηναϊκού κτιριακού συγκροτήματος, το οποίο ο ανασκαφέας είχε ερμηνεύσει ως «ανάκτορο». Η βυζαντινή οχύρωση και το μυκηναϊκό κτιριακό συγκρότημα αποτελούν πλέον ένα ενιαίο μνημείο και η ανάδειξη των δύο συνδέεται άρρηκτα.
Η σημασία του προτεινόμενου έργου είναι πολύ μεγάλη για την πόλη του Βόλου γιατί, αφενός θα συμπληρώσει την εικόνα της διαχρονικής κατοίκησης του λόφου και θα αναδείξει το ιστορικό βάθος της κατοίκησης στην περιοχή, αφετέρου θα αποτελέσει τον πρώτο και μοναδικό επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο εντός της πόλης του Βόλου.

Διεπιστημονική μελέτη
Ο οικισμός στα Παλαιά ταυτίζεται από τους περισσότερους μελετητές με την αρχαία Ιωλκό, σημαντικό κέντρο της εποχής του Χαλκού (από το 2.500 π.Χ.) και πόλη της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου στο μυχό του Παγασητικού. Στα νομίσματα που έκοψε η πόλις της Ιωλκού κατά τον 4ο αι. π.Χ εικονίζεται πλοίο, σημαντικό σύμβολο της χιλιετούς ναυτικής της δύναμης.
Στο διεθνές συνέδριο παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της τελευταίας τριετίας (2012-2014) του προγράμματος της γεωλογικής έρευνας τόσο στο λόφο των Παλαιών, όσο και στο διώροφο κτιριακό συγκρότημα που ο ανασκαφέας είχε ερμηνεύσει ως μυκηναϊκό «ανάκτορον». Παράλληλα έγινε εκτενής αναφορά στα δύο θραύσματα πινακίδων Γραμμικής Β’ γραφής που εντοπίσθηκαν, των πρώτων σχετικών τεκμηρίων διοικητικών πρακτικών από περιοχή βόρεια του ανακτορικού κέντρου της Θήβας, το οποίο θεωρούνταν μέχρι τώρα το βορειότερο μυκηναϊκό διοικητικό κέντρο.
Οι πινακίδες αποτελούν ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα, τόσο γιατί αλλάζει η θέση και ο ρόλος όλης της Θεσσαλίας, που δεν μπορεί να εντάσσεται πλέον στην «περιφέρεια» του μυκηναϊκού κόσμου, όσο και γιατί πιστοποιείται η ύπαρξη αρχείου ή αρχείων, καθώς και η ύπαρξη μίας ενεργής και εγγράμματης διοικητικής αρχής. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο οικισμός στη θέση «Κάστρο-Παλαιά» χαρακτηρίζεται ως μυκηναϊκό διοικητικό κέντρο, αν όχι ανακτορικό.
Με βάση τα παραπάνω κρίνεται αναγκαία η ανάδειξη του παραπάνω αρχαιολογικού ευρήματος, ενώ όπως επεσήμανε η Ευαγγελία Σκαφιδά, Επίτιμη Προϊσταμένη Αρχαιολογικών Χώρων και Αρχαιογνωστικής έρευνας στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Μαγνησίας «η μελέτη έχει εγκριθεί από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο του Υπουργείου Πολιτισμού και μπορεί να ενταχθεί στα υπόλοιπα έργα ΕΣΠΑ, αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση τόσο από την πολιτεία, όσο και από το Δήμο Βόλου, για να αναδειχθεί το μόνο Μνημείο μαζί με το Βυζαντινό τείχος, στην καρδιά της πόλης του Βόλου».

Εντυπωσιακές λεπτομέρειες του κτιριακού συγκροτήματος
Εντυπωσιακές λεπτομέρειες του κτιριακού συγκροτήματος


Παιδικές ταφές της πρώιμης εποχής σιδήρου κάτω από δάπεδο σπιτιού
Παιδικές ταφές της πρώιμης εποχής σιδήρου κάτω από δάπεδο σπιτιού


Κάστρο Παλαιών. Δωμάτια από το μεγάλο κτιριακό συγκρότημα
Κάστρο Παλαιών. Δωμάτια από το μεγάλο κτιριακό συγκρότημα

Νέα δεδομένα για το ανάκτορο της θρυλικής Ιωλκού στο Διμήνι

Κάτοψη των πολύ εντυπωσιακών μεγάρων στο μυκηναϊκό Διμήνι
Καινούργια δεδομένα που τεκμηριώνουν τη σημασία των μυκηναϊκών μεγάρων,  ηλικίας 3.500 χρόνων, που ανακαλύφθηκαν στον αρχαιολογικό χώρο του Διμηνίου, όπου ανιχνεύεται η θρυλική Ιωλκός, ανακοινώθηκαν στη διάρκεια των χθεσινών εργασιών του διεθνούς συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στο Βόλο.
Οι εργασίες προστασίας και ανάδειξης του μυκηναϊκού οικισμού που πραγματοποιήθηκαν από τα τέλη του 2011 έως τα τέλη του 2013, έφεραν στο φως πολύ σημαντικά στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν την άποψη, ή καλύτερα τη βεβαιότητα, ότι τα δύο εντυπωσιακά μέγαρα που έχουν βρεθεί, συνθέτουν ένα επιβλητικό διοικητικό κέντρο.
Η χρονολόγηση του ευρήματος τοποθετείται στον 14ο-13ο αιώνα πΧ, ενώ όπως αναφέρει η Ελσα Νικολάου, αναπληρώτρια προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μαγνησίας: «ενισχύεται η άποψη ότι πρόκειται για μέγαρα, η οποία τεκμηριώνεται από την κατασκευή τους και τους χώρους που διαθέτουν. Οι πάρα πολλές αποθήκες που έχουν ανακαλυφθεί, μας δείχνουν ότι πραγματικά υπάρχει ένα κέντρο στο συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο».
Ο χανανίτικος αμφορέας που ήρθε στο φως, αποτελεί σημαντική αρχαιολογική μαρτυρία για τις ισχυρές εμπορικές σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί με την ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα αποκαλύφθηκαν όλοι οι αποθηκευτικοί χώροι, όπου βρέθηκαν μήτρες για την κατασκευή μεταλλικών αντικειμένων, μολύβδινα αγγεία, μεγάλα κύπελλα, αλλά και στοιχεία που τεκμηριώνουν την παρασκευή αρωματικών ελαίων, σε χώρους έξω από τις αποθήκες.
Επιπροσθέτως, διαπιστώθηκε ότι τρεις αποθηκευτικοί χώροι χρησιμοποιούνταν για την εναπόθεση σιτηρών, καρπών, μικρότερων αγγείων και αμφορέων, που ενδεχομένως περιείχαν λάδι ή κρασί.
«Γενικά, είδαμε ένα πολύ περιποιημένο κτίριο με πολύχρωμα κονιάματα στους τοίχους και λευκά ασβεστοκονιάματα στα δάπεδα, που συνθέτουν ένα εντυπωσιακό μέγαρο, δημόσιου χαρακτήρα», επισημαίνει η κ. Νικολάου.
Οι παραπάνω εργασίες κατέχουν εξέχουσα θέση στον απολογισμό δράσης του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Θεσσαλικών Σπουδών, το οποίο καταργήθηκε πρόσφατα, με την απαλοιφή του από το προεδρικό διάταγμα του 2014. Το ίδιο Ινστιτούτο υλοποίησε με αυτεπιστασία το υποέργο «Αρχαιολογικές εργασίες για την προστασία και ανάδειξη του μυκηναϊκού οικισμού Διμηνίου - Ιωλκός».
Το συγκεκριμένο υποέργο, εκτός από τις διερευνητικές τομές στα σημεία θεμελίωσης των νέων, μόνιμων στεγάστρων, περιελάμβανε μελέτη και τεκμηρίωση του αρχαιολογικού υλικού, δημιουργία έντυπου υλικού για τους επισκέπτες, καθώς επίσης τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας του μυκηναϊκού οικισμού σε έναν τόμο με τίτλο: «Ευκτιμένη Ιωλκός», που οδεύει προς εκτύπωση.
Πολύ σημαντικό είναι, εξάλλου, το γεγονός ότι ο παραπάνω χώρος και τα δύο μέγαρα προσφέρονται για εκπαιδευτικές δραστηριότητες, προκειμένου οι μαθητές να βλέπουν τους χώρους του μεγάρου, τις αποθήκες, την κουζίνα, το ιερό και να εμπλουτίζουν με βιωματικό τρόπο τις γνώσεις τους.

Αρχαία οικία με 26 δωμάτια ανακαλύφθηκε στην Κάρλα!

Σημαντικά ευρήματα από την περιοχή μας μονοπωλούν το ενδιαφέρον του διεθνούς αρχαιολογικού συνεδρίου
Τέσσερις αρχαιολογικές θέσεις διαφόρων χρονικών περιόδων, που ήρθαν πρόσφατα στο φως, αποκαλύπτοντας εντυπωσιακά κτίρια της προϊστορικής και ελληνιστικής περιόδου, μεταξύ αυτών οικία με 26 δωμάτια στην περιοχή της Κάρλας, συγκαταλέγονται μεταξύ των πολύ σημαντικών θεμάτων του διεθνούς συνεδρίου που πραγματοποιείται στο Βόλο.
Το 5ο Αρχαιολογικό έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας 2012-2014, αποκαλύπτει πολύ σημαντικά ευρήματα, τα οποία διευρύνουν αλλά και εμπλουτίζουν την αρχαιολογική γνώση, με νέες, σημαντικές πληροφορίες.
Τα παραπάνω αρχαιολογικά ευρήματα, αποκαλύφθηκαν στη διάρκεια των ανασκαφών που διενήργησε τα προηγούμενα χρόνια η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λάρισας, πρώην ΙΕ’ ΕΠΚΑ, στο πλαίσιο του υποέργου κατασκευής των υπολειπόμενων εργασιών έργου επαναδημιουργίας της λίμνης Κάρλας, σε τέσσερις αρχαιολογικές θέσεις, στην περιοχή εντός του Συλλεκτήρα Σ3.
«Η ανάδειξη ενός προϊστορικού οικισμού στη θέση Παλιόσκαλα», που θα παρουσιαστεί από τους αρχαιολόγους Γιώργο Τουφεξή και Μαρία Δαφούλα και «τα πρώτα αποτελέσματα από τις πρόσφατες ανασκαφές στις όχθες της αποξηρανθείσης λίμνης Κάρλας, στην ανατολική Θεσσαλία» που θα αναπτύξει η Σοφία Καραπάνου, συνθέτουν τις δύο διαφορετικές πτυχές του θέματος.
Τα πολύ σημαντικά ευρήματα που ήρθαν στο φως, περιλαμβάνουν μια μεγάλη αγροικία των ελληνιστικών χρόνων (2ο αι. π. Χ.) με 26 δωμάτια και πολλά κινητά ευρήματα, στη θέση Τσέρλη. Τα πλούσια κινητά ευρήματα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων 500 περίπου αγγεία, δύο λίθινα πιεστήρια και χάλκινα νομίσματα. Στη θέση Αμυγδαλή 1 αποκαλύφθηκε νεολιθικός οικισμός και στα ευρήματα της ανασκαφής περιλαμβάνονται κεραμική και τμήματα ειδωλίων της νεώτερης νεολιθικής περιόδου.
Στη θέση Αμυγδαλή 2 αποκαλύφθηκε τμήμα οικοδομήματος των ελληνιστικών χρόνων, που πιθανότατα ήταν αγροικία ή πανδοχείο, και στη θέση Αμυγδαλή 3 ήρθε στο φως θέση της Μέσης Εποχής Χαλκού. Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε το ΝΑ τμήμα ενός ορθογώνιου λιθόκτιστου περιβόλου και κατά μήκος του ανατολικού χώρου του περιβόλου βρέθηκαν επίσης ακτέριστοι κιβωτιόσχημοι παιδικοί τάφοι με τοιχώματα και κάλυψη από λίθινες πλάκες. Ενας ακόμη, ανάλογης κατασκευής, ακτέριστος κιβωτιόσχημος τάφος, ανασκάφηκε στα ανατολικά του ανατολικού τοίχου του περιβόλου. Στα ΝΔ του περιβόλου εντοπίστηκε επίσης η ισχυρή λιθόκτιστη θεμελίωση μιας ορθογώνιας κατασκευής, οι τοίχοι της οποίας σώζονται σε μέγιστο ύψος 0,84 μέτρα.
Η αγροικία, ειδικότερα, αποτελεί πολύ ωραίο και ολοκληρωμένο σύνολο και βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στο νεολιθικό οικισμό της Παλιόσκαλας, που ήδη έχει αναδειχθεί ως έργο του ΕΣΠΑ, ενώ συνεχίζονται παράλληλα οι εργασίες ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου στη θέση Τσέρλη. Τα παραπάνω ευρήματα, μπορούν να αποτελέσουν ένα πολύ ωραίο σύνολο, το οποίο θα προσελκύει το ενδιαφέρον των επισκεπτών του παραπάνω αρχαιολογικού χώρου. Απώτερος στόχος είναι η δημιουργία μιας φυσιολατρικής διαδρομής γύρω από τη λίμνη Κάρλα, με τη συνδρομή όλων Εφορειών Αρχαιοτήτων, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας ευρύτερος αρχαιολογικός - πολιτιστικός πυρήνας.










Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Η Κάρλα έστειλε καράβια στην Τροία

Δεκατρία χρόνια έσκαβαν οι αρχαιολόγοι τριών Εφορειών Αρχαιοτήτων στην αποξηραμένη λίμνη Κάρλα, στη Θεσσαλία, πριν αρχίσει να κατακλύζεται πάλι (το 2009) από νερό, αποκαλύπτοντας μια σειρά από παραλίμνιους οικισμούς από την 7η χιλιετία π.Χ. μέχρι τα ελληνιστικά και βυζαντινά χρόνια.
Κάρλα στην αρχαιότητα, γνωστή ως Βοιβηίς, εκτεινόταν στην πεδιάδα της ανατολικής Θεσσαλίας
Κάρλα στην αρχαιότητα, γνωστή ως Βοιβηίς, εκτεινόταν στην πεδιάδα της ανατολικής Θεσσαλίας
Οι ανασκαφές, που άρχισαν το 2000, ολοκληρώθηκαν προ ημερών. Για την τύχη των ευρημάτων (πέραν των ήδη διατηρημένων και αναδεδειγμένων κάτω από κάποια στέγαστρα) θα αποφασίσει το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Μέχρι τότε -και καθώς δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη έκθεση όλων των ανασκαφών- ρωτήσαμε την επίτιμη έφορο Αρχαιοτήτων Βασιλική Αδρύμη-Σισμάνη, που ως προϊσταμένη της ΙΓ' ΕΠΚΑ έχει ασχοληθεί χρόνια με την ανασκαφή των παραλίμνιων νεολιθικών οικισμών, να μας δώσει την εικόνα που είχε η λίμνη στην αρχαιότητα. Κατ' αρχάς η λίμνη Κάρλα στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Βοιβηίς και εκτεινόταν στην ευρύτερη πεδιάδα της ανατολικής Θεσσαλίας, μεταξύ Μαγνησίας και Λάρισας. Ηταν πολύ πλούσια και γύρω της ζούσαν αγρότες και ψαράδες, σύμφωνα με την κ. Αδρύμη. Δημιουργήθηκε πριν από 500.000 χρόνια μετά την αποστράγγιση του θεσσαλικού χώρου που ήταν ολόκληρος μια λίμνη. Η ακτογραμμή της δεν ήταν σταθερή. Αλλαζε το περίγραμμά της ανάλογα με τον όγκο των βροχοπτώσεων.

Οι περισσότεροι οικισμοί βρέθηκαν κατά μήκος των αρχαίων συλλεκτήρων (δηλαδή των αγωγών μήκους 2-5 χλμ.) που μάζευαν τα νερά από τους λόφους και τα διοχέτευαν στη λίμνη. Οι νέοι συλλεκτήρες «κόβουν» παρακάρλιους αρχαίους οικισμούς. «Κάποιους από αυτούς αποφασίσαμε να τους διατηρήσουμε, με σκοπό να διαμορφώσουμε έναν αρχαιολογικό χώρο και ένα μουσειάκι για την ιστορία αυτής της λίμνης που είναι μεγάλη, γιατί η αρχαία Βοιβηίς υμνήθηκε διαχρονικά από αρχαίους συγγραφείς, τον Ομηρο, τον Ησίοδο, τον Πίνδαρο, τον Ηρόδοτο, ενώ αναφέρεται ότι έστειλε καράβια στην Τροία» λέει η έμπειρη αρχαιολόγος. Τώρα πώς μια λίμνη διέθετε στόλο, τον οποίο έστειλε στη μακρινή Τροία, μένει να ερευνηθεί.

Το σίγουρο είναι ότι υπήρχε ζωή πέριξ της λίμνης τουλάχιστον από την Αρχαιότερη και Μέση Νεολιθική, όπως δείχνει ένας οικισμός που βρέθηκε στη θέση «Θερμοκήπια» πολύ καλά διατηρημένος, σύγχρονος του Σέσκλου. Ο οικισμός αυτός (7ης και 6ης χιλιετίας π.Χ.) καταλαμβάνει μια μεγάλη έκταση στα βορειοανατολικά της λίμνης.
Η Κάρλα υπήρξε ένας υπέροχος υδροβιότοπος, όπως τείνει τώρα να ξαναγίνει, με εξαίρεση τη φετινή χρονιά που λόγω ανομβρίας και τεχνικών προβλημάτων έχει λίγο νερό στον ταμιευτήρα της. Αποξηράνθηκε το 1962 με σκοπό την αύξηση της καλλιεργήσιμης γης, αλλά αυτή η παρέμβαση στη φύση προκάλεσε μεγάλη αλλοίωση στο περιβάλλον και ανέτρεψε την υδρολογική ισορροπία όλου του Θεσσαλικού κάμπου. Ετσι, για την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος αποφασίστηκε η δημιουργία ενός νέου ταμιευτήρα που θα αποτελεί το 1/3 της έκτασης της λίμνης στο ΝΑ τμήμα της πεδιάδας.
Πώς να ήταν άραγε η λίμνη στην αρχαιότητα;
Στην ανασκαφή βρέθηκαν πολυάριθμα αγγεία ιδιαίτερης αισθητικής και τεχνοτροπίας
Στην ανασκαφή βρέθηκαν πολυάριθμα αγγεία ιδιαίτερης αισθητικής και τεχνοτροπίας
Μια εικόνα της μας δίνει ο Ευριπίδης στην «Αλκηστη». Αναφέρεται στον Αδμητο που κατοικούσε με τα πολυάριθμα κοπάδια του κοντά στη λίμνη, την «καλλίναον», λέει η κ. Αδρύμη. «Και όπως δείχνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, αποτελούσε διαχρονικά έναν τόπο μοναδικό, ιδιαίτερα φιλικό προς τον άνθρωπο, εξηγώντας έτσι, ήδη από το τέλος της Παλαιολιθικής Εποχής, την ανθρώπινη παρουσία αρχικά στα σπήλαια και αργότερα με την ίδρυση πολλών και σημαντικών οικισμών, αφού οι κάτοικοι εύκολα μπορούσαν να επιβιώσουν ασχολούμενοι με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία».

Το έργο αναδιαμόρφωσης της ίδιας της λίμνης δεν έθιξε αρχαιολογικούς χώρους, γιατί ο ταμιευτήρας της έγινε σε χώρο όπου ήταν και παλαιότερα λίμνη. Ανασκαφές χρειάστηκαν να γίνουν στα σημεία κατασκευής επτά συλλεκτήρων-τάφρων, μήκους 7-10 χλμ., για την τροφοδότηση της λίμνης με νερό.
«Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της κατασκευής αυτών των Συλλεκτήρων και κυρίως των Συλλεκτήρων 4 και 6, ήρθαν στο φως αρχαίοι οικισμοί που επιβεβαίωσαν τη διαχρονική κατοίκηση από τη Νεολιθική μέχρι την Υστερη Ελληνιστική Περίοδο και αργότερα τη Βυζαντινή και τη Νεότερη, πιστοποιώντας έτσι και τη μορφή της ακτογραμμής της λίμνης. Η λίμνη κατά τη Νεολιθική Εποχή καταλάμβανε πολύ μεγαλύτερη έκταση, σε σχέση με αυτή που ήταν γνωστή μέχρι το 19ο αι.».
Η στάθμη της λίμνης ήταν έως 20 μέτρα ψηλότερα, έδειξαν γεωλογικές έρευνες (Vl. Miloj και Α. Demitrac) και ως εκ τούτου ήταν πιο εκτεταμένη βόρεια και δυτικά και έφθανε ανατολικά στους πρόποδες του Μαυροβουνίου. Σε εκείνο το σημείο βρέθηκαν άγνωστοι προϊστορικοί οικισμοί.
Μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές θέσεις είναι ένας παραλίμνιος οικισμός (στην ανατολική όχθη της Βοιβηίδος) που αποκαλύφθηκε σε έκταση 3,5 στρεμμάτων από τη ΙΕ' ΕΠΚΑ κατά τη διαμόρφωση του Συλλεκτήρα Σ3, στη θέση «Παλαιόσκαλα». Πρόκειται για έναν προϊστορικό οικισμό 5ης και 4ης χιλιετίας π.Χ. της Τελικής Νεολιθικής περιόδου στους πρόποδες του Μαυροβουνίου (4,5 χλμ. από το χωριό Καλαμάκι, Δήμος Κιλελέρ). Ο οικισμός είναι κυκλικός, περιβάλλεται από λιθόκτιστους περιβόλους για την προστασία του και έχει εσωστρεφή, ενδοκοινοτική οργάνωση. Η έρευνα εντός κάποιων κτηρίων έφερε στο φως αποθηκευτικούς χώρους, εστίες για μαγείρεμα, κεραμικά σκεύη, πήλινους πελέκεις και έναν χάλκινο, μυλόπετρες, σφοντύλια, εργαλεία κ.ά. Βρέθηκαν ειδώλια, κάποια με πήλινο σώμα και μαρμάρινο κεφάλι («ακρόλιθα»). Το υπουργείο Πολιτισμού αποφάσισε τη διατήρησή του και τη μετατόπιση του Συλλεκτήρα. Επίσης ενέταξε την ανάδειξή του στα χρηματοδοτούμενα προγράμματα από το ΕΣΠΑ.
Σκάβοντας για το Συλλεκτήρα Σ6 βρέθηκαν στη θέση «Αεράνη» δύο κυκλικοί κεραμικοί κλίβανοι για ψήσιμο αγγείων και παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους, λακκοειδείς και κεραμοσκεπείς τάφους και στη θέση «Κακόρεμα», κοντά στο βυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου στα Κανάλια, βυζαντινό νεκροταφείο του 11ου αιώνα με 67 ακέραιους κιβωτιόσχημους τάφους.
Οι περισσότεροι τάφοι ήταν γυναικείοι (λιγότεροι παιδικοί και ανδρικοί) κτερισμένοι με πλήθος δακτυλιδιών. Εξάλλου, στο Καλαμάκι, θέση «Γκούβα», ανασκάφηκαν από την 7η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κτηριακά λείψανα μεσοβυζαντινής περιόδου με εργαστήρια επεξεργασίας σιδήρου, καθώς και νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους τάφους, της ίδιας εποχής. Ηταν τμήμα παραλίμνιου οικισμού του 11ου-12ου αιώνα, που απλώνεται στην πλαγιά του Μαυροβουνίου. Τέλος, στην περιοχή Αμυγδαλής ερευνήθηκε τμήμα ρωμαϊκής εγκατάστασης, μεγάλη αγροικία ελληνιστικών χρόνων, καθώς και τμήμα κτηρίου της εποχής του Χαλκού.
Η μέριμνα τώρα των αρχαιολόγων είναι να δημιουργηθεί μια ενιαία παραλίμνια όδευση (περίπατος) σε όλους τους σωζόμενους αρχαιολογικούς χώρους, έτσι ώστε να προβάλλεται η ιστορία της λίμνης από την 7η χιλιετία μέχρι σήμερα.

Βρέθηκε αρχαίος πάπυρος με ελληνική κατάρα

Η ισραηλινή Εφορία Αρχαιοτήτων βρήκε σε ανασκαφή στην Ιερουσαλήμ έναν πάπυρο 1.700 ετών, που φέρει την κατάρα μίας γυναίκας προς έναν άντρα.
Η ρωμαϊκή έπαυλη στην οποία βρέθηκε ο πάπυρος βρίσκεται στη λεγόμενη «Πόλη του Δαυίδ», κατοικήθηκε στα τέλη του 3ου αιώνα και καταστράφηκε μετά από μία σειρά σεισμών φέτος το Μάιο.

Το κείμενο του αρχαίου εγγράφου είναι γραμμένο στα ελληνικά. Μία γυναίκα, ονόματι Κυρίλλα επικαλείται τα ονόματα έξι θεών για να ρίξει κατάρα σε έναν άνδρα που ονομάζεται Ιέννις, πιθανότατα εξαιτίας νομικής διαμάχης που είχαν μεταξύ τους.
Συγκεκριμένα, ο πάπυρος αναφέρει σε ένα σημείο του: «Χτυπάω και σφυροκοπώ και καρφώνω τη γλώσσα, τα μάτια, την οργή, το θυμό, την αναβλητικότητα, την ανακοπή του Ιέννις».
Η Κυρίλλα ζητά από τους θεούς να εξασφαλίσουν ότι ο Ιέννις «σε καμία περίπτωση δεν θα πει ή θα κάνει κάτι εναντίον της, αλλά θα την υπακούει πιστά…»
Για να πιάσει η κατάρα, η Κυρίλλα συνδύασε στοιχεία από τέσσερις θρησκείες, σύμφωνα με τον καθηγητή Ρόμπερτ Βάλτερ Ντάνιελ από το Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Τέσσερις από τους έξι θεούς που επικαλείται είναι έλληνες (Ερμής, Περσεφόνη, Πλούτωνας και Εκάτη), μία ήταν βαβυλώνια (Ερεσκιγκάλ) και ένας ανήκε στους Γνωστικούς (Αβράσαξ), ένα προχριστιανικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό κίνημα. Επιπλέον, το κείμενο περιέχει και λέξεις εβραϊκής/ιουδαϊκής προέλευσης που χρησιμοποιούνταν στη μαγεία όπως «laoth».
Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι η κατάρα γράφτηκε από κάποιον μάγο, που πραγματικά χρησιμοποίησε σφυρί και καρφιά για το τελετουργικό του, ώστε να ενισχύσει τη δύναμη της κατάρας.
«Το σφυροκόπημα και το κάρφωμα είναι ένας τρόπος για να αποκτήσει κάποιος έλεγχο πάνω στο άτομο που αναφέρουν τα μαγικά κείμενα,» αναφέρει ο Ντάνιελ.
Η Κυρίλλα και ο αποδέκτης της κατάρας ανήκαν πιθανότητα στη μεσαία ή ανώτερη αστική ρωμαϊκή τάξη και βρίσκονταν σε νομική διαμάχη, καθώς ο πάπυρος με την κατάρα φέρει ομοιότητες με άλλους που βρέθηκαν στην Κύπρο και είναι γνωστό ότι είχαν χρησιμοποιηθεί σε νομικές υποθέσεις. Επιπλέον, η λέξη «ανακοπή» που αναφέρεται στο κείμενο, παραπέμπει σε νομικό θέμα.
Πηγή: Discovery News

Ανασκαφή Αστυπάλαιας: νεκροταφείο βρεφών

Συνεχίζεται η ανασκαφή στο παιδικό νεκροταφείο της ΑστυπάλαιαςΣυνεχίζεται η ανασκαφή στο παιδικό νεκροταφείο της Αστυπάλαιας
2.700 τάφοι παιδιών
Η ανασκαφή της Αστυπάλαιας είναι τεράστια σε μέγεθος και σημασία. Έχουν βρεθεί 2.700 παιδικές ταφές, το νεκροταφείο ήταν σε χρήση από τη γεωμετρική έως τη ρωμαϊκή περίοδο και πιθανότατα η θέση να σχετίζεται με ιερό των θεαινών που προστάτευαν τον τοκετό: Αρτέμιδα, Λοχία, Ειλείθυια. Πρόκειται δηλαδή για ένα μοναδικό στον κόσμο νεκροταφείο βρεφών.

Κρομμυών: Η άγνωστη πλευρά της Αρχαίας Κορινθίας

Η αρχαία πόλη Κρομμυών ουδεμία σχέση έχει με κρεμμύδια και ούτε ταυτίζεται με το κέντρο των σημερινών Αγίων Θεοδώρων, όπως πίστευαν οι αρχαιολόγοι παλαιότερα.
Εσωτερικό ρωμαϊκού θαλαμοειδούς τάφου του 3ου αι. μ.Χ. Διακρίνονται στους τοίχους οι τοξωτές κόγχες εναπόθεσης τεφροδόχων και η έγχρωμη λάρνακα σε σχήμα κλίνης με την προσωπογραφία της νεκρής στο προσκέφαλο. Ανασκαφές Ολυμπίας Οδού
Εσωτερικό ρωμαϊκού θαλαμοειδούς τάφου του 3ου αι. μ.Χ. Διακρίνονται στους τοίχους οι τοξωτές κόγχες εναπόθεσης τεφροδόχων και η έγχρωμη λάρνακα σε σχήμα κλίνης με την προσωπογραφία της νεκρής στο προσκέφαλο. Ανασκαφές Ολυμπίας Οδού
Το όνομα προέρχεται από τον ήρωα Κρόμο (γιο του Ποσειδώνα), όπως αναφέρει ο Παυσανίας στα Κορινθιακά του. Ο Κρομμυών ήταν μια τειχισμένη κώμη με ελκυστική στρατηγική θέση αφού ήταν στο μέσον της παραλιακής οδού που οδηγούσε από τα Μέγαρα στην Κόρινθο, από την οποία απείχε 120 στάδια (περίπου 22 χλμ.), σύμφωνα με τον Θουκυδίδη.

Οι ανασκαφές των τελευταίων χρόνων δείχνουν πως η πόλη των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων ήταν κοντά στο κλειστό Γυμναστήριο των Αγίων Θεοδώρων, γιατί εκεί ακριβώς το 2002 βρέθηκαν σπουδαίοι τάφοι αυτής της εποχής κτερισμένοι «με ιδιάζοντα αγγεία προερχόμενα πιθανόν από τοπικό εργαστήριο», όπως διαβάζουμε σε έναν τόμο που μόλις κυκλοφόρησε για την «Αρχαία Κορινθία» με την επιστημονική επιμέλεια του εφόρου της περιοχής Κωνσταντίνου Κίσσα.
Στον συλλογικό αυτό τόμο, όπου γράφουν δώδεκα αρχαιολόγοι της ΛΖ' ΕΠΚΑ (Γ. Γιαννακόπουλος, Μαρία Γκιώνη, Παρασκευή Ευαγγέλογλου, Σ. Κουρσούμης, Ε. Μαραγκουδάκη, Β. Παπαθανασίου, Χριστίνα Πιπίλου, Βασιλική Πλιάτσικα, Δήμητρα Σαρρή, Β. Τασίνος, Θ. Τσιόγκας και Κυριακή Τσίρτση), φαίνεται ο πλούτος της Κορινθίας σε αρχαιολογικές θέσεις ελάχιστα γνωστές στην πλειονότητά τους από το ευρύ κοινό. Πέρα από τον αρχαιολογικό χώρο και το Μουσείο της Κορίνθου, ποιοι γνωρίζουν επίσης ότι στην περιοχή Μαύρα Λιθάρια, 4 χλμ. από το Δερβένι, στο δυτικό άκρο της Κορινθίας έχει βρεθεί το λιμάνι της αχαϊκής Αιγείρας; Τη θέση αυτή είχε ταυτίσει με το λιμάνι της αρχαίας Αιγείρας πρώτος ο W.Μ. Leake το 1830, με βάση τις αναφορές του Παυσανία και του Πολύβιου.
Ωστόσο, σωστική έρευνα σε παραθαλάσσιο οικόπεδο στην περιοχή αυτή έφερε πρόσφατα στο φως τμήμα του λιμενοβραχίονα ο οποίος αποκαλύφθηκε σε μήκος 17,40 μ. Ο λιμενοβραχίονας είναι κατασκευασμένος στο κατώτερο στρώμα του από άμμο, θραύσματα κοχυλιών και κροκάλες διαφόρων μεγεθών, στο μεσαίο τμήμα του από σειρά εργασμένων λίθων από ντόπια πετρώματα, κυρίως ψαμμίτες και στο ανώτερο στρώμα από κροκαλοπαγείς λίθους διαφόρων διαστάσεων συνδεδεμένους με κονίαμα. Η κατασκευή του λιμανιού, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, τοποθετείται στον 2ο αι. μ.Χ. ή στο πρώτο μισό του 3ου αι. μ.Χ. και συμπίπτει με την ανακατασκευή του αρχαίου θεάτρου της Αιγείρας (εποχή αυτοκράτορα Μαξιμίνου Θράκα, 235-238 μ.Χ.). και η εγκατάλειψή του συμβαίνει έπειτα από έναν μεγάλο σεισμό που κατέστρεψε και την πόλη της Αιγείρας τον 3ο αι. μ.Χ.
Η ΛΖ' ΕΠΚΑ διενήργησε αρκετές ανασκαφές με αφορμή διάφορα δημόσια έργα, όπως για τη «νέα σιδηροδρομική γραμμή υψηλών ταχυτήτων Κορίνθου - Κιάτου, τον αυτοκινητόδρομο Ελευσίνα - Κόρινθος, Πάτρα - Πύργος - Τσακώνα, την Ολυμπία Οδό κλπ. Ετσι, βρέθηκε την περίοδο 2009-2011 εκτεταμένος οικισμός της Κορίνθου μυκηναϊκών χρόνων σε μήκος 500 μέτρων στις υπώρειες Χελιωτόμυλου, 100 μέτρα από έναν θολωτό τάφο (13ου αι. π.Χ.).
Πάντως, ένα από τα ωραιότερα ευρήματά τους είναι σε ένα ρωμαϊκό νεκροταφείο (44 π.Χ.-330 μ.Χ.) στις ανασκαφές για την Ολυμπία Οδό. Οι τάφοι αυτοί «ήταν εντυπωσιακοί καμαροσκεπείς θαλαμοειδείς με δρόμο, πολλοί ζωγραφισμένοι εσωτερικά με γιρλάντες, πτηνά, ανθέμια, γεωμετρικά σχήματα. Εξαιρετικό και σπάνιο εύρημα είναι η νεκρική κλίνη, που στην ουσία αποτελεί το κάλυμμα μιας σαρκοφάγου όπου αποδίδεται ζωγραφικά το πορτρέτο της νεκρής με τα ζωηρόχρωμα κλινοσκεπάσματά της.
Ο υστεροαρχαϊκός θεατροειδής χώρος ανατολικά του γεωμετρεικού νεκροταφείου, που πιθανολογείται ότι αποτελούσε το Βουλευτήριο της πόλης
Ο υστεροαρχαϊκός θεατροειδής χώρος ανατολικά του γεωμετρεικού νεκροταφείου, που πιθανολογείται ότι αποτελούσε το Βουλευτήριο της πόλης
Στον ίδιο τόμο, που δημοσιεύτηκε με την υποστήριξη του Club Hotel Casino Λουτρακίου, της Περιφερειακής Ενότητας Κορινθίας, δήμων του νομού και ιδιωτών, μαθαίνουμε και τα συμπεράσματα της έρευνας που διεξήχθη στα Κλένια Κορινθίας μετά την κατάσχεση από τις διωκτικές αρχές των δύο αρχαϊκών Κούρων που βρέθηκαν στα χέρια αρχαιοκαπήλων. Τα δύο αγάλματα ανήκουν σε παρόδιο νεκροταφείο της αρχαίας Τενέας. Η αρχαία οδός που περνούσε από εκεί ταυτίζεται με την Κοντοπορεία, το σύντομο δρόμο Κορίνθου - Αργους. Οι τάφοι αυτού του νεκροταφείου ήταν πλούσια κτερισμένοι και οργανωμένοι κατά συστάδες εκατέρωθεν της οδού.

«Κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ. οι νεκροί είχαν ενταφιαστεί σε μονολιθικές πώρινες σαρκοφάγους, εκτός από δύο περιπτώσεις στις οποίες βρέφη ενταφιάστηκαν μέσα σε μεγάλα ταφικά αγγεία». Τα δύο σπάνια αρχαϊκά αγάλματα των νέων αυτών αποτελούσαν παρόδιο επιτύμβιο σύνταγμα και προορίζονταν για τη διαιώνιση της μνήμης δύο νεκρών, ίδιας περίπου ηλικίας, όπως έδειξε η ανθρωπολογική ανάλυση, οι οποίοι είχαν ενταφιαστεί σε δύο σαρκοφάγους τοποθετημένες σε κοινό ταφικό όρυγμα. Επελέγη μάλιστα το πιο περίοπτο σημείο, αφού μπροστά από τις συγκεκριμένες ταφές η αρχαία οδός διακλαδώνεται. Ηταν η εποχή της ακμής της Τενέας και σ' αυτούς τους αιώνες ανήκει πιθανόν η απάντηση μαντείου σε κάποιον Ασιάτη για το αν ήταν φρόνιμο να εγκατασταθεί στην Κόρινθο. Η απάντηση του μαντείου ήταν «ευτυχής είναι η Κόρινθος, αλλά εγώ θα προτιμούσα να ήμουν Τενεάτης».
Τμήμα του αρχαϊκού τείχους της Αρχαίας Κορίνθου. Ανασκαφές Ολυμπίας Οδού
Τμήμα του αρχαϊκού τείχους της Αρχαίας Κορίνθου. Ανασκαφές Ολυμπίας Οδού

Στη Ζώμινθο, η έδρα του ιερατείου του Ιδαίου Αντρου;

Οταν ο χιονιάς απέκλειε την πρόσβαση στο Ιδαίον Άντρον  πάνω στον Ψηλορείτη (σε ύψος 2.456 μ.), το ιερατείο, που λειτουργούσε το πλούσιο ιερό και το μαντείο στη γενέθλια σπηλιά του Δία, ενδεχομένως να κατέβαινε από το βουνό και να διέμενε σε άλλο κατάλυμα.
Η ανασκαφή στη Ζώμινθο, Ενθετη, η λίθινη βάση με τα ίχνη του ξύλινου κίονα
Η ανασκαφή στη Ζώμινθο, Ενθετη, η λίθινη βάση με τα ίχνη του ξύλινου κίονα
Δεν αποκλείεται λοιπόν το ασφαλές χειμερινό κατάλυμα του πανίσχυρου ιερατείου, που αποτελούσε ένα θρησκευτικό και διοικητικό κέντρο και είχε δεσμούς με την Κνωσό, να ήταν στη Ζώμινθο. Ολα τα ευρήματα, τα περσινά χάλκινα ειδώλια και κυρίως το τριώροφο πολυτελές οικοδόμημα που αποκαλύπτεται τα τελευταία χρόνια μαζί με τους μικρούς φορητούς τελετουργικούς βωμούς της φετινής ανασκαφής, ένας των οποίων μάλιστα φέρει ίχνη Γραμμικής Α, συνηγορούν υπέρ αυτής της εκδοχής.

Η Ζώμινθος βρίσκεται σε απόσταση 11 χλμ. κάτω από το Ιδαίον Αντρον. «Είναι ένα σημείο στο οποίο θα μπορούσαν να φθάσουν χωρίς να απομακρυνθούν πολύ και να αφήσουν απροστάτευτους τόσους θησαυρούς στο ιερό», υποστηρίζει η ανασκαφέας του χώρου Εφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, που έχει σκάψει μαζί με τον αείμνηστο Γιάννη Σακελλαράκη και το Ιδαίον Αντρον.
Επιστρέφοντας από τη φετινή ανασκαφή και αφού γύρισε άλλη μία φορά όλα τα μινωικά ανάκτορα της Κρήτης (Κνωσό, Φαιστό κ.ά.) προκειμένου να εξετάσει κάποιες κατασκευαστικές λεπτομέρειες, είχε να μας πει η κ. Σακελλαράκη ότι «τόσο πολυτελή κατασκευή, όσο εδώ στη Ζώμινθο, δεν έχω δει».
Αναφέρεται στην εξαιρετικά εκλεπτυσμένη και επιμελημένη κατασκευή του κτηρίου που σώζεται σε ύψος 2,5-3 μέτρων, το οποίο ήταν τοιχογραφημένο στους ορόφους. Εχει βρεθεί ένα τμήμα τοιχογραφίας πάνω στον τοίχο και ένας τεράστιος όγκος από κονιάματα με χρώματα κόκκινο, κίτρινο και γαλάζιο, που θα προσπαθήσουν οι συντηρητές να ανασυνθέσουν.
Τα δάπεδα είναι στρωμένα με μεγάλες ασβεστολιθικές πλάκες και έχει βρεθεί ένας ξύλινος κίονας μέσα στη λίθινη βάση του στο εσωτερικό ενός δωματίου (η κιονοστοιχία χώριζε το δωμάτιο σε δύο μέρη).
Χάλκινο μινωικό ειδώλιο
Χάλκινο μινωικό ειδώλιο
Οι κίονες στα μινωικά ανάκτορα ήταν ξύλινοι, βαμμένοι (ο Εβανς, αντιγράφοντας τις τοιχογραφίες στην Κνωσού τους έβαψε κόκκινους) και στήριζαν τις ελαφριές ανωδομές, το δεύτερο και ενδεχομένως τον τρίτο όροφο.

Ο κίονας, που βρέθηκε στη θέση του έπειτα από 3.500-4.000 χρόνια, έχει ύψος 30 πόντων και διάμετρο 26,5 πόντων. Είναι ένα εξαιρετικά σπάνιο εύρημα που αφαιρέθηκε με πολλή προσοχή για να συντηρηθεί και το οποίο θυμίζει στην κ. Σακελλαράκη ένα παρόμοιο εύρημα που έχει βρει στην είσοδο του ανακτόρου των Αρχανών.
Ως τώρα το ζεύγος Σακελλαράκη απέφευγε να μιλήσει για λατρεία θρησκευτική στη Ζώμινθο. Η φετινή όμως ανεύρεση δύο βωμίσκων, όπως επίσης πολλές άλλες λεπτομέρειες, μαρτυρούν τέλεση λατρείας σε αυτό το χώρο. «Φέτος βρήκαμε μια τράπεζα προσφορών, ένα φορητό βωμίσκο διαστάσεων 20χ20 εκ. και έναν τριποδικό δίσκο με τρύπες όπου τοποθετούνταν μικρά αγγεία». Ο βωμίσκος είναι βαθμιδωτός λίθινος και βρέθηκε καλά προστατευμένος κάτω από ένα πέτρινο θρανίο που ακουμπά στον τοίχο. Το σημαντικό είναι ότι σε καθε μία από τις συνολικά δώδεκα πλευρές του είναι χαραγμένο από ένα σύμβολο της Γραμμικής Α γραφής. Η κ. Σακελλαράκη έχει απευθυνθεί σε ειδικούς ερευνητές κυρίως στο εξωτερικό για την αναγνώριση αυτών των συμβόλων, με την ελπίδα να αποκαλυφθούν στοιχεία για τις τελετουργίες που τελούνταν εκεί.
Την άποψη ότι η Ζώμινθος ήταν η βάση του ιερατείου του Ιδαίου Αντρου επιβεβαιώνουν κι άλλα ευρήματα εντός του μινωικού κτηρίου. Σε μια γωνιά ενός δωματίου βρέθηκε ένας ημικυκλικός χώρος οριοθετημένος από όρθιες πλάκες εντός του οποίου ήταν ένα χάλκινο θυμιατήρι, δύο χάλκινοι διπλοί πελέκεις και πλήθος πήλινων αγγείων. Στον ίδιο χώρο βρέθηκε και δεύτερος λίθινος τελετουργικός βωμός, αρκετά καμένος ώστε να μη διακρίνεται αν έφερε κάποτε εγχάρακτα σύμβολα. Γύρω από το βωμό ήταν σκόρπια δόντια αγριόχοιρου και κέρατα αίγαγρων, όπως και ενός ελαφιού.
Τι άλλο θέλεις για να αναγνωρίσεις πως πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση θυσιαστηρίου; Η κ. Σακελλαράκη πιστεύει ότι όλη η ανατολική πλευρά του ανακτόρου είχε θρησκευτικό χαρακτήρα καθώς έχουν βρεθεί χώροι θυσιαστηρίου, που ασφαλώς θα κάλυπταν όλες τις τελετουργικές ανάγκες. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει γιατί σε μια άκρη άλλου δωματίου εντοπίστηκε ένα είδος βωμού στον οποίο ανεβαίνει κανείς με μικρή κλίμακα.
Επιπλέον, παλαιότερα είχαν βρεθεί χάλκινα ειδώλια και μάλιστα τα ωραιότερα σωζόμενα σε όλη την Κρήτη, το σκήπτρο του ιερέα με τα χαραγμένα φίδια, θυμιατήρια, χάλκινα εγχειρίδια, χάλκινα κύπελλα, ζωόμορφα ρυτά, κύπελλα κοινωνίας και πλήθος αναθήματα, κοσμήματα από αχάτη, από ορεία κρύσταλλο, περίαπτα, ελάσματα, περόνες κ.ά.
«Αυτός δεν ήταν ένας απλός σταθμός για όσους ανέβαιναν προς το Ιδαίον Αντρον. Ηταν ένα μεγάλο διοικητικό, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο, πολυτελής έδρα του ιερατείου του Ιδαίου Αντρου», τονίζει η Εφη Σακελλαράκη. «Η λειτουργία του δεν περιορίζεται στους τρεις - τέσσερις μήνες που δεν ήταν προσβάσιμο λόγω καιρικών συνθηκών το ιερό. Το ιερατείο ήταν εγκατεστημένο εδώ στη Ζώμινθο, όπου συντελούνταν και όλες οι παραγωγικές λειτουργίες του ανακτόρου, με τα εργαστήρια κεραμικής, μεταλλουργίας και ορείας κρυστάλλου, τα οποία έχουν ήδη αποκαλυφθεί».
Θεωρεί πως το λατρευτικό αυτό κέντρο αρχίζει να λειτουργεί από την Παλαιοανακτορική εποχή, δηλαδή το 1900 π.Χ. υπό τον έλεγχο της Κνωσού. Καταστρέφεται το 1700 π.Χ. από μεγάλο σεισμό, εγκαταλείπεται για 30-50 χρόνια από τους κατοίκους του, οι οποίοι επιστρέφουν για να το ξαναχτίσουν. Τότε αλλάζει η διαρρύθμισή του.
Λίγους αιώνες αργότερα, ένας νέος σεισμός το καταστρέφει για άλλη μια φορά. Σε απόσταση 100 μ. από εκεί έχει βρεθεί ένα μυκηναϊκό κτήριο που ήταν σε χρήση τα ρωμαϊκά χρόνια, ενώ έχουν αφήσει τα ίχνη τους οι Βυζαντινοί, οι Ενετοί, ακόμη και οι Τούρκοι.

Πολυάνδρειο ή Ηρώο ο τύμβος της Αμφίπολης

Ο τύμβος της Αμφίπολης, που έσπευσαν οι ντόπιοι δημοτικοί παράγοντες να προδικάσουν ότι πρόκειται για τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή της γυναίκας του Ρωξάνης και του γιου του Αλεξάνδρου Δ' (το παιδάκι είναι θαμμένο στους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας πλάι στον παππού του, τον Φίλιππο Β', στον «τάφο του Πρίγκιπα», κάτι που υποστήριζε με πάθος ο αείμνηστος Μανόλης Ανδρόνικος), έχει τη δική του ιστορία.
Επιμελημένος ο περίβολος του Τύμβου της Αμφίπολης (4ος αι. π.Χ.), έγινε από έμπειρους τεχνίτες και σπουδαίο αρχιτέκτονα
Επιμελημένος ο περίβολος του Τύμβου της Αμφίπολης (4ος αι. π.Χ.), έγινε από έμπειρους τεχνίτες και σπουδαίο αρχιτέκτονα
Μια ιστορία πολύ σημαντική, όπως δείχνει η αρχαιολογική έρευνα.

Η πρώτη ανασκαφική τομή του τύμβου έγινε το 1953 αρχικά από κατοίκους της περιοχής, για τη διερεύνηση μιας λιθοδομής, ίχνη της οποίας έβλεπαν στην κορυφή του τύμβου. Επίσημα η ανασκαφή ξεκίνησε το 1964 από τον αρχαιολόγο Δ. Λαζαρίδη και έφερε στο φως ένα μεγάλο τετράπλευρο οικοδόμημα διαστάσεων 10x10 μέτρων με 5 μ. ύψος. Ηταν ένα περιτειχισμένο κιβώτιο χώματος, το οποίο ο Λαζαρίδης πρώτος αναγνώρισε ως το «ταφικό σήμα» του τύμβου και που σήμερα αποδεικνύεται πως ήταν το υποθεμέλιο του βάθρου πάνω στο οποίο ήταν ο περίφημος Λέων της Αμφίπολης. Το τμήμα αυτό δεν ήταν ορατό στην αρχαιότητα, γιατί ήταν μέσα στο χώμα, όπως γίνεται κατανοητό και από την παρουσίαση της αρχαιολόγου Κατερίνας Περιστέρη και του αρχιτέκτονα Μιχάλη Λεφαντζή στη φετινή επιστημονική συνάντηση για το Αρχαιολογικό Εργο Μακεδονίας-Θράκης (ΑΕΜΘ) στη Θεσσαλονίκη (Μάρτιος 2013).
Στο πλαίσιο της ανασκαφής στον τύμβο Καστά της Αμφίπολης Σερρών, που διενεργείται από την προϊσταμένη της ΚΗ' Εφορείας Αρχαιοτήτων Κατερίνα Περιστέρη, έγιναν δύο σημαντικές ανακαλύψεις. Πρώτα βρέθηκε ο γνωστός πια ταφικός περίβολος του τύμβου, με ιδιαίτερα επιμελημένη μαρμάρινη επικάλυψη, η οποία είχε σε ένα μεγάλο τμήμα αφαιρεθεί. Στην αναζήτηση αυτών των μαρμάρινων μελών, η Κ. Περιστέρη και ο Μ. Λεφαντζής ταύτισαν τα 500 διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη που βρίσκονται στο Λέοντα της Αμφίπολης (κάποια χιλιόμετρα μακριά) με αυτά του ταφικού περιβόλου, οδηγώντας στο συσχετισμό του Λέοντος με τον τύμβο. Αυτό από μόνο του είναι ένα σημαντικό επίτευγμα.
Αναπαράσταση του Λέοντος της Αμφίπολης, όπως ήταν στην κορυφή του τύμβου
Αναπαράσταση του Λέοντος της Αμφίπολης, όπως ήταν στην κορυφή του τύμβου
Ας γυρίσουμε όμως στην ανασκαφή Λαζαρίδη, ο οποίος άρχισε να σκάβει με τον κλασικό τρόπο από πάνω προς τα κάτω. Στα 10 μέτρα κάτω από το λεγόμενο «ταφικό σήμα» βρίσκει τάφους της εποχής του σιδήρου, όπως και αρχαϊκούς ασύλητους κιβωτιόσχημους. Είναι θαμμένες γυναίκες και παιδιά, όπως και άνδρες με τον οπλισμό τους. Είναι άραγε το παλαιό νεκροταφείο των Εννέα Οδών, ενός πολίσματος που προσπάθησαν οι Αθηναίοι το 464 π.Χ. ανεπιτυχώς να αποικίσουν; Θυμίζουμε πως οι Αθηναίοι λίγο αργότερα, στην εποχή του Περικλή, ίδρυσαν την Αμφίπολη (438/437 π.Χ.), με στόχο τον έλεγχο της πλούσιας ενδοχώρας του ποταμού Στρυμόνα και των μεταλλείων χρυσού και αργύρου του Παγγαίου. Η Αμφίπολη βέβαια αυτονομήθηκε το 422 π.Χ. και το 357 π.Χ. εντάχθηκε στο Βασίλειο της Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β'.

«Αυτό είναι το νεκροταφείο του παρακείμενου οικισμού που ήταν στο Λόφο 133, γιατί τα απομεινάρια της κατοίκησης εκεί χρονολογούνται στην ίδια εποχή» μας λέει η κ. Περιστέρη, η οποία δούλευε ως επιστημονικός συνεργάτης με το σπουδαίο αρχαιολόγο Λαζαρίδη. Μάλιστα τον θυμάται να σκάβει σ' αυτή την ίδια θέση όταν έγινε γνωστό ότι ο Ανδρόνικος ανακάλυψε τους βασιλικούς τάφους στη Βεργίνα. «Τον βλέπαμε κάπως πικραμένο και όταν τον ρωτήσαμε γιατί, μας είπε: "Ο Μανόλης βρήκε τον Φίλιππο, εγώ όμως δεν βρήκα τη Ρωξάνη". Ετσι προέκυψε η σχέση του ταφικού μνημείου με τη Ρωξάνη, γιατί εθρυλείτο από τότε. Αλλά εκείνα τα χρόνια είχαν τη δική τους μαγεία».
Ο Λαζαρίδης πέθανε το 1985 και οι έρευνες συνεχίστηκαν από την αρχαιολόγο Χάιδω Κουκούλη. Η κ. Κουκούλη βρίσκει κι άλλους τάφους της ίδιας εποχής. Εν τω μεταξύ η εικόνα του λόφου έχει αλλάξει. Εχει γίνει επίπεδη, σε σχήμα τραπεζοειδές, έκτασης 20 στρεμμάτων και έχουν συνολικά αποκαλυφθεί 70 τάφοι. Οταν το 2009 ανέλαβε την ΚΗ' Εφορεία η Κατερίνα Περιστέρη συνέχισε να σκάβει στο ίδιο επίπεδο, καθώς δεν μπορούσε να ξηλώσει τους αρχαϊκούς τάφους για να πάει σε κατώτερα στρώματα. Το 2012 όμως αποφασίζει να ψάξει χαμηλότερα για να βρει τα όρια αυτού του τύμβου. Ανοίγει δυο ζωνάρια περιμετρικά και δεν βρίσκει τίποτα. Στο τρίτο ζωνάρι πέφτει στον περίβολο. «Μέχρι τότε ο τύμβος είχε ύψος 23 μέτρα. Εμείς πήγαμε 12 μέτρα κάτω. Ο περίβολος ήταν πολύ βαθιά».
Ανακαλύπτει ένα λίθινο δακτύλιο που μοιάζει να έχει βάθος. Οντως. Αρχίζει να αποκαλύπτει σιγά σιγά έναν εκπληκτικής κατασκευής, ιδιαίτερα επιμελημένο τοίχο, ύψους 3 μέτρων, που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Ο εργάτης τής ανασκαφής απλώς ρίχνει τα χώματα και έρχεται στο φως ο κτιστός περίβολος του τύμβου σε μήκος 60 μέτρων. Το τμήμα αυτό σώζεται ατόφιο, όπως ήταν στην αρχαιότητα. Το υπόλοιπο όμως, με συνολική περίμετρο 500 μέτρων (σκαμμένα σήμερα τα 405 μ.), έχει ξηλωθεί από την αρχαιότητα. Σε αυτή τη φάση η κ. Περιστέρη κάλεσε τον κ. Λεφαντζή, που βρίσκεται εκείνη την εποχή στην περιοχή για άλλες εργασίες στο πλαίσιο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ο αρχιτέκτονας, που βασική του δουλειά είναι στα έργα αναστήλωσης στις κλιτύς της Ακρόπολης των Αθηνών, είδε ορθοστάτες στη θέση τους, με την περιτένεια, την ανάγλυφη διακοσμητική ταινία η οποία περιτρέχει τους λίθους, σε άψογη εκτέλεση. Εντοπίζοντας και κάποια αποτμήματα αρχιτεκτονικών μελών in situ, ο κ. Λεφαντζής, σε συνεργασία με την κ. Περιστέρη, έκανε μια πρώτη προσπάθεια αναπαράστασης του ταφικού περιβόλου που ήταν από τοπικό λίθο εξωτερικά επενδεδυμένο με μάρμαρο Θάσου. Πρέπει να τον φανταστούμε να περιτριγυρίζει τον τύμβο που ήταν χωμάτινος και στην κορυφή να υπάρχει η βάση του μνημείου που ήταν ο Λέων της Αμφίπολης.
Πεντακόσια αρχιτεκτονικά μέλη του τύμβου ήταν 2.000 χρόνια στον Στρυμόνα.
Πεντακόσια αρχιτεκτονικά μέλη του τύμβου ήταν 2.000 χρόνια στον Στρυμόνα.
Οι Περιστέρη - Λεφαντζής σκέφθηκαν ότι κάπου πρέπει να βρίσκονται και τα υπόλοιπα αρχιτεκτονικά μέλη του λαμπρού αυτού μνημείου. «Στη διερεύνηση που κάναμε βρήκαμε ορθοστάτες και στέψεις με τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά σαν να ήταν από την ίδια εργολαβία στην περιοχή του Λέοντος της Αμφίπολης. Είναι 500 αρχιτεκτονικά μέλη» λένε.

Τα κομμάτια αυτά ήταν για 2.000 χρόνια στην κοίτη του Στρυμόνα, ωσότου το 1912 τα βρήκε η 7η Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού και το 1916 οι Αγγλοι, οι οποίοι έφτιαχναν οχυρωματικά έργα στη γέφυρα της Αμφίπολης και τα τοποθέτησαν στην άκρη του ποταμού, με σκοπό να τα φυγαδεύσουν στην Αγγλία. Τους χάλασαν όμως τα σχέδια οι Βούλγαροι, που είχαν καταλάβει το Παγγαίο και τους βομβάρδισαν. Με το υλικό αυτό φτιάχτηκε αργότερα το βάθρο στο οποίο έχει στηθεί ο Λέων της Αμφίπολης.
Οι ορθοστάτες του περιβόλου στη θέση τους και κάτω το ίδιο υλικό πέριξ του Λέοντος της Αμφίπολης, χιλιόμετρα μακριά
Οι ορθοστάτες του περιβόλου στη θέση τους και κάτω το ίδιο υλικό πέριξ του Λέοντος της Αμφίπολης, χιλιόμετρα μακριά
Μέχρι τώρα ξέραμε ότι ο Λέων (σύμβολο ισχύος) ήταν στην κορυφή ενός ταφικού μνημείου του 4ου αι. π.Χ. στην Αμφίπολη. Πολλοί πιθανολογούσαν ότι το ταφικό αυτό μνημείο ανήκει στο ναύαρχο και πιστό φίλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Λαομέδοντα. Αυτό μένει να αποδειχθεί όταν η ανασκαφή ολοκληρωθεί. Πάντως στην περιοχή του Λέοντος οι Περιστέρη - Λεφαντζής έχουν εντοπίσει 54 γείσα του ταφικού περιβόλου του τύμβου, 87 ανώτερους ορθοστάτες, 76 κατώτερους ορθοστάτες, 114 στέψεις ορθοστατών και 44 βάσεις. Τα γείσα και οι ακτινωτοί ψευδοκέραμοι που έχουν βρεθεί in situ είναι ίδια με αυτά που βρίσκονται στην περιοχή του Λέοντος. Συνεπώς, το μνημείο του Λέοντος της Αμφίπολης, που έχει «αναστηλωθεί» από αρχαίους λίθους τυχαία τοποθετημένους, αποδεινύεται fake.

Στην ανακοίνωση του Μαρτίου στο ΑΕΜΘ, οι Περιστέρη - Λεφαντζής έκαναν και μία εξαιρετική παρατήρηση. Το ύψος του αγάλματος του λιονταριού είναι 5,28 μέτρα. Ο εμβάτης της όλης κατασκευής είναι 0,528 μ. Το ύψος του βάθρου και ο λέων μαζί 15,84 μ., ενώ η διάμετρος του τύμβου στην Καστά Σερρών είναι 158,40 μ. Πρόκειται για ένα «μνημείο γεωμετρίας», σύμφωνα με τους δύο μελετητές. Ο κ. Λεφαντζής υποστηρίζει πως ο τύμβος έχει ιδιαίτερη τυπολογία, καθιστώντας τον μοναδικό αρχιτεκτονικό επίτευγμα τόσο σε ποιότητα όσο και σε μέγεθος. Οι όποιες ταφές έγιναν τον 4ο αι. π.Χ. θα πρέπει να βρίσκονται εσωτερικά από τη βάση του περιβόλου, ο οποίος πρέπει να καταστράφηκε στα ρωμαϊκά χρόνια.
Από μεθαύριο Δευτέρα ξαναρχίζει η ανασκαφή με το επιστημονικό προσωπικό κουμπωμένο μετά την παραφιλολογία που αναπτύχθηκε για την προσωπική προβολή κάποιων πολιτικάντηδων της περιοχής.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Ο πράσινος θεασσαλικός λίθος


































Ο Πράσινος Θεσσαλικός Λίθος είναι ένα από τα πιο φημισμένα πετρώματα της ύστερης αρχαιότητας

Διάλεξη από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και τη ΙΓ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων
Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Βόλου σε συνεργασία με τη ΙΓ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων διοργανώνουν διάλεξη με θέμα: «Ο Πράσινος Θεσσαλικός Λίθος» την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου. Εισηγητής στη διάλεξη θα είναι ο λέκτορας του Τμήματος Γεωλογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Βασίλης Μέλφος.
Ο Πράσινος Θεσσαλικός Λίθος είναι ένα από τα πιο φημισμένα πετρώματα της ύστερης αρχαιότητας. Εξορυσσόταν 12 χλμ. νοτιοανατολικά της Λάρισας. Τα ρωμαϊκά και βυζαντινά λατομεία με τα ίχνη λάξευσης και λατόμησης που διατηρούνται μέχρι σήμερα, αποτελούν σημαντικούς μάρτυρες για την τεχνολογία της εξόρυξης κατά την αρχαιότητα.
Η ιδιαίτερα σκληρή υφή του πετρώματος και οι καλές φυσικομηχανικές ιδιότητές του, αλλά και η εντυπωσιακή μορφή του, το έκαναν κατάλληλο για την κατασκευή μονολιθικών κιόνων και εσωτερικών επενδύσεων σε ναούς, λουτρά, ανάκτορα κ.ά. Ήταν όμως τόσο ακριβός, ώστε να χρησιμοποιείται κυρίως για την οικοδόμηση πολυτελών κτηρίων αυτοκρατόρων, αρχόντων, ευγενών και γενικά εύπορων πολιτών. Είναι εντυπωσιακό πόσο περιζήτητος ήταν ο σπάνιος Πράσινος Θεσσαλικός Λίθος στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία. Τον εντοπίζουμε σε μνημεία από τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, αλλά και την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, τη Συρία, έως τη Σεβίλλη της Ισπανίας και μέχρι την Τυνησία. Η εξόρυξη του πετρώματος αυτού ήταν διαχρονική. Άρχισε τον 1ο αι. π.Χ. και συνεχίστηκε ώς τις μέρες μας, τη δεκαετία του 1980, με μικρές μόνο διακοπές.
Ο Βασίλης Μέλφος έχει ασχοληθεί μεταξύ άλλων με τη μελέτη της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας, με έμφαση στα αρχαία λατομεία μαρμάρου και στον προσδιορισμό της πηγής προέλευσης των πρώτων υλών από μαρμάρινα αντικείμενα και αρχιτεκτονικά μέλη μνημείων της αρχαιότητας.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου και ώρα 19:00 στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΙΓ’ Ε.Π.Κ.Α., στον 1ο όροφο της νέας πτέρυγας του Αρχαιολογικού Μουσείου Βόλου (Αθανασάκη 1). Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Το Αιγαίο πριν 8.000 αιώνες


Ερευνητές ανακάλυψαν ανθρώπους της κατώτερης παλαιολιθικής εποχής στη Λέσβο

Της Χριστινας Σανουδου, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ωθούμενοι από την ανάγκη για τροφή και καταφύγιο ή ίσως και από μια πολύ ανθρώπινη περιέργεια, οι νομάδες της Kατώτερης Παλαιολιθικής Εποχής ταξίδευαν αδιάκοπα, διανύοντας τις τεράστιες χερσαίες αποστάσεις που χωρίζουν το σημείο εκκίνησής τους, την Αφρική, από την Ασία και την Ευρώπη. Οταν η στάθμη της θάλασσας έπεφτε κατά περίπου 60 μέτρα, στη διάρκεια των παγετωδών φάσεων της Πλειστόκαινης Εποχής -γνωστής στο ευρύ κοινό ως Εποχή των Παγετώνων-, αρκούσε να διασχίσουν μία γέφυρα ξηράς μήκους περίπου 20 χιλιομέτρων για να βρεθούν από τα σημερινά παράλια της Μικράς Ασίας σε ένα από τα ανατολικότερα άκρα της Ευρώπης, τη Λέσβο.
Μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια αργότερα, η ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Κρήτης αποκαλύπτει μεθοδικά ό, τι άφησαν πίσω τους οι πρώτοι κάτοικοι του Αιγαίου, στις παρυφές ενός ποτάμιου και λιμναίου περιβάλλοντος. Τα λίθινα εργαλεία και τα υπόλοιπα αντικείμενα μαρτυρούν πως η θέση Ροδαφνίδια, κοντά στις Θερμοπηγές Λισβορίου της Λέσβου, χρησιμοποιούνταν συστηματικά από τους προγόνους του σύγχρονου ανθρώπου - πιθανότατα στη Μέση Πλειστόκαινο, δηλαδή από το 125000 έως το 780000 πριν το παρόν, ή ακόμα παλαιότερα.

Οι παγετώνες

Στη διάρκεια των παγετωδών εποχών, ο κόλπος της Καλλονής, στο νότιο τμήμα της Λέσβου, μετατρεπόταν σε λίμνη και οι ακτές της σε ιδανική τοποθεσία για την εγκατάσταση, την αναζήτηση τροφής, την κατασκευή εργαλείων - όλες, δηλαδή, τις καθημερινές δραστηριότητες των ανθρωπίδων. Το αν επρόκειτο για Homo erectus, Homo heidelbergensis ή κάποιο άλλο προγονικό είδος παραμένει προς διερεύνηση. Εξάλλου, ο ακριβής υπολογισμός της ηλικίας της θέσης θα είναι δυνατός μόνο μετά τη χρονολόγηση των γεωλογικών δειγμάτων, που έχουν σταλεί σε επιστημονικά εργαστήρια. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως η ανακάλυψη του φετινού καλοκαιριού φωτίζει άγνωστες ώς τώρα πτυχές της προϊστορίας του ελλαδικού χώρου και όχι μόνο, δεδομένου ότι ευρήματα αυτής της περιόδου δεν έχουν βρεθεί ποτέ σε τόσο μεγάλη αφθονία και ανάλογη συνάφεια στη νοτιοανατολική πύλη της Ευρώπης. Παρόμοια ευρήματα συναντώνται σε ομόλογες θέσεις της Πρώιμης Παλαιολιθικής στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική.
Μολονότι η στερεοτυπική αφήγηση μιλάει για «ανθρώπους των σπηλαίων», στην πραγματικότητα οι υπαίθριες εγκαταστάσεις φαίνεται ότι ήταν εξίσου συνηθισμένες, αν όχι πιο πολυπληθέστερες, αναφέρει η αναπληρώτρια καθηγήτρια προϊστορικής αρχαιολογίας και επικεφαλής της έρευνας, Νένα Γαλανίδου. Η θέση στα Ροδαφνίδια «καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην πρώιμη ιστορία της ΝΑ Ευρώπης και εντάσσει δυναμικά την Ελλάδα στον χάρτη της παγκόσμιας συζήτησης για την καταγωγή, την εξέλιξη και τις μετακινήσεις του ανθρώπου», ενώ ταυτόχρονα «ανοίγει ένα παράθυρο στην πανάρχαιη ιστορία της κλιματικής αλλαγής», συνεχίζει. Η μοναδικότητά της οφείλεται τόσο στην έκτασή της όσο και στην πυκνότητα και το είδος των ευρημάτων. Για παράδειγμα, «παλαιολιθικές έρευνες στην Ελλάδα για μισό και πλέον αιώνα είχαν φέρει στο φως συνολικά λιγότερους από 10 χειροπελέκεις - τα χαρακτηριστικά αμυγδαλόσχημα εργαλεία της αχελαίας πολιτισμικής φάσης. Τώρα τους τριπλασιάσαμε».

Εργαλεία

Ωστόσο, τα σημαντικότερα ευρήματα της ανασκαφής είναι οι λοξότμητοι κοπείς, «εργαλεία σε φολίδες με ευθύγραμμη ή λοξότμητη κοφτερή απόληξη», που μαρτυρούν πως οι πρώτοι κατοίκοι του Λισβορίου έφεραν μαζί τους μια τεχνογνωσία «με έντονα αφρικανικά στοιχεία» και κατά συνέπεια αποτελούσαν «μέρος μιας κοινής πολιτισμικής παράδοσης που απλώνεται από την Ισπανία έως την Ινδία, αλλά εντοπίζεται κυρίως στην Αφρική». Κάτι πολύ περισσότερο από απλά κατάλοιπα μιας εποχής, οι χειροπελέκεις και οι κοπείς αποτελούν «τα πολυεργαλεία του τότε και εμπεριέχουν το σύνολο της τεχνολογικής γνώσης», ακριβώς όπως «τα κινητά τηλέφωνα συμπυκνώνουν όλη την τεχνολογική γνώση του σήμερα», υπογραμμίζει η καθηγήτρια.

Ομοιότητες μεταξύ Ελλάδος - Ισραήλ

Πριν από την έναρξη της έρευνας στη Λέσβο και προκειμένου να εξοικειωθεί με τις ανασκαφές σε υπαίθριες εγκαταστάσεις της Κατώτερης Παλαιολιθικής -η μέχρι τώρα εμπειρία της ήταν κυρίως σε σπήλαια-, η κ. Γαλανίδου ταξίδεψε στο Ισραήλ, όπου μελέτησε τα τοπία, τις ανασκαφικές μεθόδους και τα ευρήματα του Gesher Benot Ya’aqov και παρατήρησε κάποιες ομοιότητες μεταξύ των δύο θέσεων. Μεταξύ των πολυάριθμων ευρημάτων της θέσης στο Ισραήλ, η οποία ερευνάται συστηματικά εδώ και δεκαετίες, είναι πολλά οργανικά κατάλοιπα, καθώς τα παλαιότερα σωζόμενα ίχνη ελεγχόμενης χρήσης φωτιάς.
Χάρη στην απόφαση του Πανεπιστημίου Κρήτης να επενδύσει στον -παραμελημένο, τουλάχιστον στην Ελλάδα- τομέα της παλαιολιθικής αρχαιολογίας, τα Ροδαφνίδια είναι σήμερα η πρώτη θέση της Κατώτερης Παλαιολιθικής Εποχής στον ελλαδικό χώρο που ανασκάπτεται συστηματικά και στο πλαίσιο των ερευνών εκπαιδεύονται φοιτητές αρχαιολογίας. Οπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, η εύρεση της θέσης οφείλεται σε μία σύμπτωση: Οι γιατροί Μάκης Αξιώτης και Χαράλαμπος Χαρίσης την εντόπισαν τυχαία καθώς αποτύπωναν ένα νερόμυλο του 19ου αιώνα. Οταν, το 2009, υπέδειξαν το σημείο στην κ. Γαλανίδου, που κατέφτασε στη Λέσβο οδηγημένη από την προκαταρκτική τους δημοσίευση και το ένστικτο της αρχαιολόγου, εκείνη «κρατούσε την ανάσα της», διασθανόμενη τη σημασία της ανακάλυψης.
Στην πρώτη ανασκαφική περίοδο του πενταετούς προγράμματος συμμετείχαν ερευνητές αρχαιολογίας και γεωεπιστημών από τα Πανεπιστήμια Πάτρας, Αιγαίου, Αθηνών, Οξφόρδης, Λονδίνου και Σαουθάμπτον, καθώς και από το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας. Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Πανεπιστήμιο Κρήτης, τη Γ. Γ. Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου.





Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Αρχίζουν ξανά έρευνες στην Τροία


Μια ομάδα αρχαιολόγων και επιστημόνων διάφορων ειδικοτήτων (ιδίως από το πεδίο της βιολογίας και βιοτεχνολογίας) θα εξετάσει και πάλι τα ερείπια της αρχαίας Τροίας, ελπίζοντας να φέρει στο φως νέα στοιχεία. Η διεθνής διεπιστημονική αποστολή, μ’ επικεφαλής τον καθηγητή αρχαιολογίας Ουίλιαμ Έιλγουορντ του πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν - Μάντισον, θ’ αρχίσει τις ανασκαφές και τις νέες αναλύσεις στις αρχές του 2013, σε συνεργασία με το τουρκικό πανεπιστήμιο Τσανάκαλε Ονσεκίζ Μαρτ, που βρίσκεται κοντά στην Τροία.
«Η Τροία είναι ένας θεμέλιος λίθος του δυτικού πολιτισμού. Μολονότι η τοποθεσία έχει ανασκαφεί στο παρελθόν, υπάρχουν ακόμα πολλά για να ανακαλυφθούν. Το σχέδιο μας είναι να επεκταθούμε σε ανεξερεύνητες περιοχές του χώρου και συστηματικά να αξιοποιήσουμε τις νέες τεχνολογίες, ώστε να εξάγουμε ακόμα περισσότερες πληροφορίες για τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί πριν από χιλιάδες χρόνια», τόνισε ο αμερικανός αρχαιολόγος, ο οποίος έχει μεγάλη ανασκαφική πείρα και θεωρείται ειδικός στην Τροία, όπως μετέδωσε το Αθηναϊκό Πρακτορείο.
«Στόχος μας είναι να προσθέσουμε ένα νέο στρώμα πληροφοριών σ’ αυτά που ήδη ξέρουμε για την Τροία», δήλωσε ο Ουίλιαμ Έιλγουορντ, ο οποίος ηγείται μιας αποστολής που φιλοδοξεί να κάνει τις πιο εκτεταμένες ανασκαφές και τις πιο εξονυχιστικές αναλύσεις (μ’ έμφαση στην ανάλυση βιολογικού υλικού) που έχουν γίνει μέχρι σήμερα στην περιοχή, η οποία έχει γίνει παγκοσμίως διάσημη από την Ιλιάδα του Ομήρου, αποτελώντας έκτοτε διαχρονική και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης. «Η Τροία αξίζει ένα αρχαιολογικό πρόγραμμα παγκόσμιας κλάσης», όπως είπε ο αμερικανός αρχαιολόγος.
Σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, η περιοχή κατοικείτο σχεδόν συνεχώς επί 4.500 χρόνια, από την αρχή της Εποχής του Ορείχαλκου έως τον 13ο αιώνα μ.Χ., όταν εγκαταλείφθηκε. Ήρθε ξανά στο προσκήνιο στη δεκαετία του 1870 με τις ανακαλύψεις του γερμανού Ερίκου Σλίμαν. Η αρχαιολογική τοποθεσία είναι σήμερα περίπλοκη με δέκα διαφορετικούς οικισμούς διαφορετικών εποχών τον ένα πάνω στον άλλο, μερικοί από τους οποίους φέρουν τα σημάδια της βίαιης καταστροφής τους.
Παρ’ όλο που εδώ και σχεδόν 140 χρόνια έχουν γίνει αλλεπάλληλες ανασκαφές στην Τροία (μ’ ένα μεγάλο κενό μεταξύ 1938 - 1988), εκτιμάται ότι έως σήμερα έχει εξερευνηθεί επιστημονικά λιγότερο από το ένα πέμπτο της αρχαιολογικής τοποθεσίας. Στο απόγειό της, η ανυψωμένη οχυρωμένη θέση της Τροίας, με τείχη πάχους 3,5 μέτρων και ύψους 9 μέτρων, είχε έκταση περίπου 24 στρέμματα (24.000 τετραγωνικά μέτρα). Μια περιτοιχισμένη πόλη από κάτω, που κάλυπτε έκταση περίπου 200 στρεμμάτων, είναι μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητη. Μεταξύ άλλων, δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί το βασιλικό νεκροταφείο της αρχαίας Τροίας, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο.
Σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Έιλγουορντ, «υπάρχουν ακόμα μεγάλα κενά στις γνώσεις μας για την ταυτότητα των προϊστορικών Τρώων, τις τοποθεσίες των βασικών νεκροταφείων τους και τη φύση της γραφής τους. Το χρόνιο ερώτημα της ιστορικότητας του Τρωικού Πολέμου επίσης αξίζει περαιτέρω διερεύνηση», πρόσθεσε.
Η σχεδιαζόμενη αποστολή θα βασιστεί σε νέες επιστημονικές τεχνικές, που, μεταξύ άλλων, θα βοηθήσουν στην ανάλυση των χημικών υπολειμμάτων που έχουν βρεθεί μέσα σε κεραμικά αγγεία από αρχαίες κουζίνες και αίθουσες συμποσίων. Βασικό στόχο αποτελεί η γενετική ανάλυση δειγμάτων DNA και πρωτεϊνών από ανθρώπους και ζώα. Οι έρευνες αυτές ανήκουν στο νέο πεδίο της «μοριακής αρχαιολογίας» και θα γίνουν σε συνεργασία με το Κέντρο Βιοτεχνολογίας του πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν - Μάντισον.

Νεολιθικά ίχνη στον Διρό


Ευρήματα κεραμικής και εργαλείων από ανασκαφές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατοικήθηκε εντατικά εκείνη την εποχή.
Ειδικά στην περιοχή Ξαγκουνάκι βρέθηκε πυκνή συγκέντρωση λίθινων εργαλείων, οστράκων και ανθρώπινων οστών της Υστερης Νεολιθικής
Μια παιδική ταφή σε αγγείο, άλλη ταφή τριών ενηλίκων της Τελικής Νεολιθικής Εποχής και μεγάλη ποσότητα κεραμικής και εργαλείων έφεραν στο φως δοκιμαστικές τομές στο Σπήλαιο Διρού. Τα ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η θέση κατοικήθηκε εντατικά κατά την Τελική Νεολιθική, σε συνδυασμό με το σπήλαιο Αλεπότρυπα.
Αξιοσημείωτη είναι η σχεδόν πλήρης απουσία ευρημάτων μετά τη Νεολιθική Περίοδο, που υποδηλώνει ότι τόσο το σπήλαιο όσο και ο περιβάλλων χώρος δεν χρησιμοποιήθηκαν έκτοτε για συστηματική κατοίκηση.
Φέτος πραγματοποιήθηκε η τρίτη ερευνητική περίοδος του προγράμματος «Ανασκαφικό και μελετητικό έργο Διρού». H έρευνα διεξάγεται από ομάδα Ελλήνων και ξένων επιστημόνων διά της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος, υπό τη διεύθυνση του Γ. Παπαθανασόπουλου και με την εποπτεία της Ε΄ ΕΠΚΑ.
Το Σπήλαιο Αλεπότρυπα που ερευνάται από το 1970 κατοικήθηκε κατά τη Νεολιθική Περίοδο (6000-3000 π.Χ.) και έχει αποδώσει χιλιάδες ευρημάτων κεραμικής, λίθινων και οστέινων εργαλείων, κοσμημάτων καθώς και ανθρώπινων και ζωικών οστών.
Στόχοι του προγράμματος είναι η αναπαράσταση του παλαιοπεριβάλλοντος της δυτικής Μάνης μετά το τέλος του Πλειστόκαινου και η αλληλεπίδρασή της με την παρουσία του ανθρώπου. Επίσης, η πραγματοποίηση συστηματικής επιφανειακής έρευνας στον περίγυρο του κόλπου του Διρού.
Οι έρευνες το 2012 ξεκίνησαν με γεωφυσικές διασκοπήσεις από το Εργαστήριο Γεωφυσικής- Δορυφορικής Τηλεπισκόπησης και Αρχαιοπεριβάλλοντος του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας, στην περιοχή Ξαγκουνάκι (Νεολιθική ακρόπολη του Διρού) βόρεια της εισόδου του σπηλαίου Αλεπότρυπα.
Συγκεκριμένα, διενεργήθηκαν μαγνητικές και ηλεκτρομαγνητικές έρευνες με χρήση γεωραντάρ και ηλεκτρικής τομογραφίας για τη μέτρηση της ηλεκτρικής αντίστασης μέχρι βάθος 3-4μ.
Επίσης πραγματοποιήθηκε φωτογράφηση της μεγάλης αίθουσας του σπηλαίου Αλεπότρυπα με στόχο την τρισδιάστατη φωτογραμμετρική αποτύπωσή της.
Από την επιφανειακή έρευνα των προηγούμενων ετών εντοπίστηκαν περιοχές μεγαλύτερης συγκέντρωσης κεραμικών και λίθινων ευρημάτων προϊστορικών ή ιστορικών περιόδων.
Ειδικά στην περιοχή Ξαγκουνάκι βρέθηκε πυκνή συγκέντρωση λίθινων εργαλείων, οστράκων και ανθρώπινων οστών της Υστερης Νεολιθικής από τα οποία ελήφθησαν δείγματα για ραδιοχρονολόγηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και προσδιόρισε την ηλικία των ευρημάτων στο 4200 π.Χ.